«ΠΑΡΑΙΝΕΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ»

«ΠΑΡΑΙΝΕΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ»

«ΠΑΡΑΙΝΕΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ»

O ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΈΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ.

Οι εγκύκλιοι και οι παραινέσεις των επισκόπων απευθύνονται σ’ όλο το εκκλησίασμα χωρίς διακρίσεις και έχουν συνήθως γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα. Ο λόγος τους είναι γενικά  κηδεμονευτικός και προστατευτικός και συνήθως αποφεύγουν να πάρουν θέσεις και να καλέσουν τα μέλη της Εκκλησίας να συμμετάσχουν σε κοινωνικές διεκδικήσεις, έκτος κι αν διακυβεύονται τα προνόμια της θεσμικής Εκκλησίας ή απειλούνται τα παραδοσιακά ήθη που οι επίσκοποι θεωρούν αδιαπραγμάτευτα.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος για πρώτη φορά, τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζω, εξέδωσε στις 10 Απριλίου του 1925 την εγκύκλιο: «Παραίνεσις προς τους Έλληνες εργάτας κατά των ανατρεπτικών ιδεών». Πρόεδρος της Συνόδου ήταν τότε ο λόγιος Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος A΄ Παπαδόπουλος (1923-1938) και πρωθυπουργός της Ελλάδος ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Η εγκύκλιος καταγράφει την αντίδραση της Ελλαδικής Εκκλησίας στην ανάπτυξη και δραστηριοποίηση του εργατικού κινήματος που αντλούσε έμπνευση από την τότε πολλά υποσχόμενη Οκτωβριανή επανάσταση. Η Ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ) και μετέπειτα του ΚΚΕ (1918) είχε ανησυχήσει την Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία με αυτή την εγκύκλιο αντικρούει τη μαρξιστική κριτική για το ρόλο της θεσμικής θρησκείας στους ιστορικούς αγώνες της εργατικής τάξης για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

ο «γνήσιος» χριστιανισμός ποτέ δεν αποκοίμισε το ανθρώπινο πνεύμα για να υπομένει αγογγύστως την τυραννία και την αθλιότητα, ούτε και νάρκωσε τους λαούς για να μην διεκδικούν τα δικαιώματα τους.  

Ο σκοπός της εγκυκλίου ήταν να  προστατεύσει τους εργάτες από μια «ξένη αντιθρησκευτική και αντιχριστιανική προπαγάνδα» που προσπαθεί να ξεριζώσει από τις συνειδήσεις των ανθρώπων  «το έμφυτο της θρησκείας αίσθημα» και την πίστη στο Χριστό. Η εγκύκλιος στοχεύει να αντικρούσει τον ισχυρισμό πως η θρησκεία είναι το όπιο του λαού και τονίζει πως η Εκκλησία διακαώς εύχεται και επιθυμεί τη βελτίωση της θέσης των εργατών και των πτωχών στην κοινωνία. Ενώ το εργατικό και το αριστερό κίνημα παροτρύνει τους φτωχούς και τους εργάτες να δραστηριοποιηθούν και να συμμετέχουν σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που αποσκοπούν στην καλυτέρευση της θέσης τους στη κοινωνία, η Εγκύκλιος τονίζει ξεκάθαρα από την αρχή πως η Εκκλησία, αν και εύχεται και επιθυμεί την βελτίωση της θέσης τους, «δεν αναμιγνύεται εις ζητήματα πολιτικών ή οικονομικών συστημάτων.» Το ενδιαφέρον της Εκκλησίας, σύμφωνα με την εγκύκλιο, συγκεντρώνεται στην περιφρούρηση αφενός της κοινωνικής ηθικής τάξης και αφετέρου των θρησκευτικών και ηθικών αξιών πού εξασφαλίζουν την αληθινή ανθρώπινη ευτυχία.

Η εγκύκλιος, αφού εξ αρχής τονίζει πως η θρησκεία είναι φυσική ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής, προσπαθεί ν’ απαντήσει στις αιτιάσεις αυτών που θεωρούν ότι η θρησκεία είναι το «όπιον του λαού». Στο ερώτημα γιατί μερικοί άνθρωποι έφθασαν να πιστεύουν κάτι τέτοιο για τη θρησκεία, η εγκύκλιος το αποδίδει στο γεγονός πως ίσως δεν γνώρισαν την αληθινή θρησκεία ή στο γεγονός ότι συγχέουν τη θρησκεία με την παραποίηση της από διάφορους εκμεταλλευτές. Η εγκύκλιος δεν ονομάζει ποιοι είναι και πού βρίσκονται «οι διάφοροί εκμεταλλευτές της θρησκείας» πού δημιουργούν κακή εικόνα για το ρόλο της στην κοινωνία. Για την εγκύκλιο, ο «γνήσιος» χριστιανισμός ποτέ δεν αποκοίμισε το ανθρώπινο πνεύμα για να υπομένει αγογγύστως την τυραννία και την αθλιότητα, ούτε και νάρκωσε τους λαούς για να μην διεκδικούν τα δικαιώματα τους.  

«Ο Ιησούς Χριστός … γεννηθείς εις φάτνην, ως ο πτωχότερος εξ όλων των ανθρώπων, και διελθών τα πρώτα έτη της ζωής του εντός του πτωχικού εργαστηρίου του τέκτονος Ιωσήφ, υπήρξεν επ’ αρκετά έτη πτωχός εργάτης, παραγνωριζόμενος ασφαλώς και αδικούμενος υπό των συμπολιτών αυτού … Εγεννήθη, έζησεν, ειργάσθη, εδοκίμασεν κάθε στέρησιν και περιφρόνησιν ως απλούς άνθρωπος και απέθανε σταυρωθείς από αδίκους τυράνους, έρημος και εγκαταλελειμμμένος».  

Μετά από τα γενικά σχόλια περί θρησκείας, η εγκύκλιος προσπαθεί ν’ αναδείξει την ταύτιση του χριστιανισμού με τους φτωχούς, τους εργάτες και γενικά τους αδικημένους. Αυτή την ταύτιση την στηρίζει στον Ιησού Χριστό, στην ταπεινότητα της γέννησης του, στην απλότητα της ζωής του και στην απελευθερωτική του διδασκαλία.

«Ο Ιησούς Χριστός … γεννηθείς εις φάτνην, ως ο πτωχότερος εξ όλων των ανθρώπων, και διελθών τα πρώτα έτη της ζωής του εντός του πτωχικού εργαστηρίου του τέκτονος Ιωσήφ, υπήρξεν επ’ αρκετά έτη πτωχός εργάτης, παραγνωριζόμενος ασφαλώς και αδικούμενος υπό των συμπολιτών αυτού … Εγεννήθη, έζησεν, ειργάσθη, εδοκίμασεν κάθε στέρησιν και περιφρόνησιν ως απλούς άνθρωπος και απέθανε σταυρωθείς από αδίκους τυράνους, έρημος και εγκαταλελειμμμένος».

Γενικά στη διδασκαλία του Ιησού αποδίδεται η κατάργηση  της δουλείας, η ηθική εξύψωση της γυναίκας και η επικράτηση όλων εκείνων των αρχών, που αποτελούν τη βάση της ευτυχίας των ανθρώπων. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται η εγκύκλιος, η διδασκαλία του Ιησού που ανέδειξε σε θεμελιώδη αρχή την «ισότητα και ελευθερία όλων των ανθρώπων», κατήργησε  την δουλεία, διεκήρυξε την κατάργηση των εθνικών, φυλετικών και κοινωνικών διακρίσεων, και όρισε σαν βάση ζωής την ελευθερία, να είναι το «όπιον του λαού»; Ίσως όμως οι εργάτες, οι φτωχοί και οι αριστεροί να δεχθούν χωρίς ενδοιασμούς τη διδασκαλία του Χριστού όπως την παρουσιάζει η εγκύκλιος, αλλά και να συνεχίσουν να αμφιβάλλουν για την ταύτιση της Εκκλησίας, όχι μόνο με τους αγώνες των εργατών αλλά και με τον ίδιον το Χριστό. Η εγκύκλιος υπενθυμίζει στους εργάτες το γεγονός πως η Εκκλησία, στην ιστορική της διαδρομή, πρωτοστάτησε στη διοργάνωση  φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και ασύλων και έδειξε στοργική μέριμνα για τις χήρες, τα ορφανά και τους φτωχούς. Η εγκύκλιος ισχυρίζεται πως ακόμη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία φρόντισε για τους εργάτες και τους φτωχούς και πρωτοστάτησε στην ίδρυση εργατικών και επαγγελματικών συνεταιρισμών. Τα έργα φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης της Εκκλησίας είναι για όλους αναμφισβήτητα αλλά οι φτωχοί και οι εργάτες εκείνης της εποχής, όπως και σήμερα, ζητούν πράξεις κοινωνικής δικαιοσύνης που η Εκκλησία τότε φαίνεται ότι απέφευγε.

Η εγκύκλιος υπενθυμίζει στους εργάτες το γεγονός πως η Εκκλησία, στην ιστορική της διαδρομή, πρωτοστάτησε στη διοργάνωση  φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και ασύλων και έδειξε στοργική μέριμνα για τις χήρες, τα ορφανά και τους φτωχούς. Η εγκύκλιος ισχυρίζεται πως ακόμη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία φρόντισε για τους εργάτες και τους φτωχούς και πρωτοστάτησε στην ίδρυση εργατικών και επαγγελματικών συνεταιρισμών

Η εγκύκλιος ισχυρίζεται πως η Εκκλησία παρακολουθεί με συμπάθεια τους κοινωνικούς αγώνες των εργατών, πως επικροτεί τις «νόμιμες ενέργειες» στην «πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου»  και πως προτείνει ως διαιτητή αυτής της αντιπαράθεσης τον Χριστό και τη διδασκαλία του. Το τι είναι «νόμιμο» σ’ αυτή τη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας καθορίζεται κυρίως απ’ αυτούς που έχουν την πολιτική και οικονομική δύναμη. Καθώς όμως η Εκκλησία ήταν και είναι εξαρτώμενη από το κράτος, έχει άραγε τη θέληση και τη δυνατότητα να έλθει σε σύγκρουση με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις του κράτους προασπιζόμενη τα δίκαια των εργατών; Η πρόταση της Εκκλησίας να είναι ο Ιησούς Χριστός ο διαιτητής στους αγώνες της εργασίας με το κεφάλαιο απαιτεί όχι μόνο τη συγκατάθεση των εργατών αλλά και των κεφαλαιούχων. Πώς όμως φανερώνεται ο Χριστός ως διαιτητής μέσα στις συγκρούσεις της ιστορίας; Η διαιτησία αυτή θα πρέπει να εκφρασθεί από την Εκκλησία του, από το Σώμα του, που συνεχίζει την παρουσία του μέσα στον κόσμο. Στην προκειμένη περίπτωση η Εκκλησία θα πρέπει να θεολογήσει με διάκριση, τόλμη και θάρρος, να ερμηνεύσει και να καθοδηγήσει τους εργάτες, τους ανθρώπους του κεφαλαίου και το κράτος ώστε να διακρίνουν ποιο είναι το θέλημα του Θεού και να ταυτισθούν με αυτό.

Η υιοθέτηση όμως από την Εκκλησία φιλεργατικής στάσης στο πλαίσιο των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συγκρούσεων προϋποθέτει την ετοιμότητα της ιεραρχίας να μαρτυρήσει πως ο Χριστός ακόμη και σήμερα δια της Εκκλησίας του ταυτίζεται με τους φτωχούς και είναι αλληλέγγυος με τους εργάτες. Μία τέτοια ταύτιση, αν δεν είναι απλά ευχολόγιο και λόγια χωρίς πράξεις, κινδυνεύει να έχει πολύ ακριβό τίμημα!… 

Η υιοθέτηση όμως από την Εκκλησία φιλεργατικής στάσης στο πλαίσιο των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συγκρούσεων προϋποθέτει την ετοιμότητα της ιεραρχίας να μαρτυρήσει πως ο Χριστός ακόμη και σήμερα δια της Εκκλησίας του ταυτίζεται με τους φτωχούς και είναι αλληλέγγυος με τους εργάτες. Μία τέτοια ταύτιση, αν δεν είναι απλά ευχολόγιο και λόγια χωρίς πράξεις, κινδυνεύει να έχει πολύ ακριβό τίμημα!… 

Στη συνέχεια η εγκύκλιος παρουσιάζει συγκεκριμένες θέσεις που αν είχαν υιοθετηθεί θα μπορούσαμε να μιλάμε για την Εκκλησία που δεν αναπαύεται στα χλιδάτα σαλόνια, την πολυτέλεια των φανταχτερών επιδείξεων εκκλησιαστικού πλούτου και τα μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρισμα. Πιο συγκεκριμένα η εγκύκλιος προτείνει στους  εργάτες:

  • «Σύνθημα των εργατών ας είναι όχι απλώς να υψωθούν ως τάξις, αλλ’ η αθλιότης του προλεταρίου να λείψει δια παντός».
  • «Να λείψει η αθλιότης των βασανιζομένων και αδικουμένων τάξεων της ανθρώπινης κοινωνίας».  
  • «Να εξαλειφθεί η αθλιότης των αδικουμένων και βασανιζομένων και να επικρατήσει δικαιοσύνη. Ναι. Δικαιοσύνη όμως εις την εργασίαν, δικαιοσύνη εις την αμοιβήν της, δικαιοσύνην εις την πώλησιν, δικαιοσύνη εις την αγόραν, δικαιοσύνη εις την παραγωγήν και την διάθεσιν αυτής, απόλυτος δικαιοσύνη εις τα δικαιώματα αλλά και εις τας υποχρεώσεις».
  • «Η κίνηση των εργατών πρέπει να είναι φιλάδελφος και όχι θηριώδης, δημιουργός και ουχί ανατρεπτική, να σεβαστεί την ιδιοκτησία ως ιερόν … και να μην πιστεύει εις ουτοπίας περί κοινοκτημοσύνης, να θεωρεί ως πηγή ευτυχίας όχι την αρπαγή, αλλά την έντιμο εργασία».

Αναφερόμενη στις κοινωνικές υποχρεώσεις του κεφαλαίου η εγκύκλιος προτείνει:

  • «Το κεφάλαιο δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται τον εργάτη, αλλά και ο εργάτης δεν πρέπει να παραγνωρίζει την σημασίαν του κεφαλαίου, ως πηγής της εργασίας και της αναπτύξεως της παραγωγής».
  • «Να παταχθεί η αισχροκέρδεια δι’ όλων των δυνατών μέσων και ο πλεονεκτικός εις βάρος και δι’ εκμεταλλεύσεως των πτωχών πλουτισμός».
  • «Να παταχθεί προ πάντων η εκμυζώσα τόσες οικονομικές δυνάμεις, μάταια πλούτου σπατάλη, η ασωτία και η πολυτέλεια».
  • «Να φύγη η αθλιότης και να καταστεί ο βίος απλούστερος και ολιγοδαπανώτερος».

Η Εκκλησία δείχνει να έχει τις δυνατότητες  ν’ εργασθεί μαζί με τους εργάτες και τους φτωχούς για να γίνουν οι ευχές της η απαρχή ενός νέου κόσμου που θα βρίσκεται κοντύτερα στην αλήθεια του Ευαγγελίου. Θα το τολμήσει;


Ο π. Εμμανουήλ Κλάψης είναι πρώην Κοσμήτορας και Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης (1985-2020) όπου κατείχε την έδρα Θεολογίας «Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος». Διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών-Π.Σ.Ε (1991-1998) και υπηρέτησε ως μέλος της Ομάδας του Π.Σ.Ε. «Δεκαετία για την Υπέρβαση της Βίας» (DOV 2001-2010).

Το εικαστικό της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια έργου της Λιουμπόβ Ποπόβα, από μελέτη για τα σκηνικά του έργου «Γη σε Αναβρασμό» του Σεργκέι Τρετιακόφ σε σκηνοθεσία Βσέβολοντ Μέγιερχολντ, από τη συλλογή Κωστάκη του MOMus-Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, Θεσσαλονίκη.