Ο ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Ο ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Ο διχασμένος οίκος των χριστιανών της Μέσης Ανατολής

Η σημερινή κατάσταση είναι ζοφερή για τους χριστιανούς στη Μέση Ανατολή, που είναι χωρισμένοι χονδρικά σε Ορθόδοξους (του «βυζαντινού τυπικού») και Ανατολικούς Ορθόδοξους (του «ανατολικού τυπικού»). Εγκλωβίζονται σε δικτατορίες, παραγκωνίζονται από το πολιτικό Ισλάμ και πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από ένοπλες ομάδες, ενώ οι εκκλήσεις τους για βοήθεια γενικά αγνοούνται από τις Δυτικές δυνάμεις.

Ωστόσο, παρά τη μείωση του αριθμού τους και την φθίνουσα επιρροή, οι μικρές φιλονικίες ανάμεσα στις χριστιανικές εκκλησίες της Μέσης Ανατολής επιμένουν ως σήμερα, παρά τις διάφορες οικουμενικές συναντήσεις. Ακόμη χειρότερα, αυτές οι διαμάχες έχουν εξαπλωθεί σε εδάφη πέρα από τα παραδοσιακά σύνορά τους. Είναι αλλόκοτο να ακούς κληρικούς και λαϊκούς, ακόμη και στις ΗΠΑ, να κατηγορούν άλλους ότι «δεν είναι Ορθόδοξοι», ενώ ο οίκος μας, η Εκκλησία του Χριστού, είναι πνιγμένη από κυριολεκτικές και εικονικές μάχες.

Πάρτε για παράδειγμα τα γνωστά ατυχή περιστατικά, όπου Έλληνες και Αρμένιοι κληρικοί εμπλέκονται σε δημόσια γρονθοκοπήματα μέσα στον Πανάγιο Τάφο, εκεί όπου είχε ταφεί ο Χριστός μας.

Φαίνεται ότι δεν μάθαμε τίποτα από τον ίδιο τον Χριστό: «Κάθε βασίλειο που χωρίζεται σε αντιμαχόμενα μέρη, καταλήγει σε ερήμωση, και κάθε πόλη ή σπίτι που χωρίζεται σε αντίπαλα μέρη, δεν θα αντέξει» (Μτ. 12:25). Η φράση αυτή απευθυνόταν στους Φαρισαίους, εκείνους που κάποιες φορές έβαζαν την υλική ισχύ ορισμένων σε τούτον τον κόσμο πιο πάνω από τη καθολική σωτηρία στην άλλη ζωή.

Γιατί γίνεται όλη αυτή η φασαρία; Από το έτος 451 μ. Χ., οι κοπτικές, αρμενικές και συριακές εκκλησίες έχουν χωριστεί από τις βυζαντινές εκκλησίες μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, σχετικά με την περιγραφή της φύσης του Χριστού (δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια θεϊκή, έναντι μίας φύσης που είναι και ανθρώπινη και θεϊκή).

Ο Μητροπολίτης Κάλλιστος Γουέαρ σημειώνει ότι στο δόγμα του προσώπου του Χριστού, το μεγαλύτερο δηλαδή ζήτημα χωρισμού μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών οικογενειών, «δεν υπάρχει πραγματική διαφωνία». Ο Γουέαρ λέει: «Η διαφορά, όπως συζητήθηκε στη συνάντηση του Ώρχους της Δανίας, το 1964, βρίσκεται μόνο σε επίπεδο φρασεολογίας». Ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, μέλη μιας πίστης που με υπερηφάνεια επιτρέπει σε κάθε πολιτισμό να επιτελεί τη Θεία Λειτουργία στην μητρική του γλώσσα, πρέπει να ενδιαφερόμαστε τόσο για τη φρασεολογία;

Όπως σε όλες τις εκκλησιαστικές Συνόδους, εμπλέκονταν κι εδώ πολιτική, εθνικισμοί και εξαναγκασμοί. Και, παρά τις προσπάθειες αρκετών αυτοκρατόρων, οι κληρικοί και των δύο πλευρών αρνήθηκαν τις προσπάθειες για μια πραγματική συμφιλίωση, και οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες δημιούργησαν δικές τους, ανταγωνιστικές ιεραρχίες.

Η ειρωνεία είναι ότι οι ομάδες εργασίας μεταξύ των δύο Ορθοδόξων οικογενειών τον 20ο αιώνα ανακάλυψαν ότι, παρά τις διαφορές στην ορολογία, οι δύο οικογένειες διατηρούσαν την ίδια βασική Χριστολογία καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας τους, οπότε δεν υπάρχει πραγματικά θεολογική βάση για το σχίσμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάσταση μοιάζει με δυο αντίπαλους αδελφούς, των οποίων η διαμάχη έχει παλιώσει τόσο πολύ, που έχουν ξεχάσει πια από τι ξεκίνησε.

Ο Μητροπολίτης Κάλλιστος Γουέαρ σημειώνει ότι στο δόγμα του προσώπου του Χριστού, το μεγαλύτερο δηλαδή ζήτημα χωρισμού μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών οικογενειών, «δεν υπάρχει πραγματική διαφωνία». Ο Γουέαρ λέει: «Η διαφορά, όπως συζητήθηκε στη συνάντηση του Ώρχους της Δανίας, το 1964, βρίσκεται μόνο σε επίπεδο φρασεολογίας»[1]. Ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, μέλη μιας πίστης που με υπερηφάνεια επιτρέπει σε κάθε πολιτισμό να επιτελεί τη Θεία Λειτουργία στην μητρική του γλώσσα, πρέπει να ενδιαφερόμαστε τόσο για τη φρασεολογία;

Για ποιο λόγο, λοιπόν, ακριβώς είμαστε ακόμα χωρισμένοι; Πράγματι, γι’ αυτό το θέμα θα μπορούσαμε να συζητάμε ακατάπαυστα χωρίς να καταλήγουμε σε κάποια συμφωνία. Και στις δυο πλευρές έχουν εκφραστεί απόψεις εναντίον του Οικουμενικού διαλόγου στο όνομα της διατήρησης της «αλήθειας», αλλά αποτελεί ειρωνεία ότι και οι δυο πλευρές πιστεύουν στην ίδια αλήθεια για το θέμα που υποτίθεται ότι τις χωρίζει. Αντ’ αυτού, εμπόδια εμφανίζονται στην πορεία για θεσμική ενότητα, ειδικά για το πώς θα πρέπει τα εκκλησιαστικά βιβλία να μιλούν για τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος.

Μέσω των συνεχών συγκρούσεων, οι Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής έχουν περιορίσει την δυνατότητα επιρροής τους και έχουν προκαλέσει περαιτέρω διαίρεση των λαών. Κάθε Εκκλησία (η Κοπτική, η Αρμενική, η Συριακή, η Ελληνο-Ορθόδοξη κ.λπ.) έχει δημιουργήσει δικούς της θεσμούς και ιεράρχες, που αντιπροσωπεύουν μόνο τα στενά συμφέροντα της κάθε κοινότητας αντί για το οικουμενικό Σώμα του Χριστού. Αυτό έχει δημιουργήσει μια φυλετική νοοτροπία αναφορικά με τους ιερούς τόπους και μεταξύ του πιστού λαού.

Οι λεγόμενοι παραδοσιακοί και οι σκληροπυρηνικοί και των δυο πλευρών χτυπιούνται, απαιτώντας μια σειρά θεσμικών παραχωρήσεων αντί για αμοιβαία αποδοχή. Για παράδειγμα, οι μοναχοί του Αγίου Όρους το 1994 και το 1995 εξέδωσαν οξύτατες δηλώσεις κατά του διαλόγου, χαρακτηρίζοντας τον Οικουμενισμό ως αίρεση. Οι ίδιοι μοναχοί απαίτησαν από τις Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες να δεχτούν και τις επτά Οικουμενικές Συνόδους ως το μόνο δρόμο για πλήρη ενότητα. Οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες με τη σειρά τους ζήτησαν την άρση του αναθέματος που είχε επιβληθεί στους Πατριάρχες Διόσκορο και Σεβήρο, τους οποίους τιμούν ως αγίους, αλλά οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί στη Χαλκηδόνα. Μικρή συναίνεση διαφαίνεται, και από τις δύο πλευρές, σχετικά με την αντιμετώπιση της Συνόδου της Χαλκηδόνας στα βιβλία της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ήταν σχισματικοί οι μη-χαλκηδόνιοι; Οι Βυζαντινοί από την άλλη υπήρξαν διώκτες της αληθινής πίστης;

Ο διάλογος μεταξύ των δύο οικογενειών της Ορθοδοξίας έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο λόγω αυτών των εμποδίων, χωρίς να διαφαίνεται κάποια δυνατότητα συνέχισης. Εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για τολμηρούς θεολόγους και κληρικούς από κάθε πλευρά, που να κάνουν βήματα για να δημιουργήσουν έναν ρεαλιστικό οδηγό πορείας προς την πλήρη κοινωνία.

Ακόμα πιο πρόσφατο ήταν το ταξίδι του αειμνήστου Σέρβου Πατριάρχη Ειρηναίου στη Δαμασκό, ο οποίος επισκέφθηκε τον Πατριάρχη της Συρο-Ορθόδοξης Εκκλησίας και δήλωσε: «Οι πιστοί προσδοκούν την ημέρα που θα μεταλάβουμε από το ίδιο Ευχαριστιακό ποτήριο, αφού οι θεολόγοι και των δυο εκκλησιών συμφώνησαν ότι ομολογούμε την ίδια πίστη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον Σαρκωθέντα Λόγο».

Μέσω των συνεχών συγκρούσεων, οι Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής έχουν περιορίσει την δυνατότητα επιρροής τους και έχουν προκαλέσει περαιτέρω διαίρεση των λαών. Κάθε Εκκλησία (η Κοπτική, η Αρμενική, η Συριακή, η Ελληνο-Ορθόδοξη κ.λπ.) έχει δημιουργήσει δικούς της θεσμούς και ιεράρχες, που αντιπροσωπεύουν μόνο τα στενά συμφέροντα της κάθε κοινότητας αντί για το οικουμενικό Σώμα του Χριστού. Αυτό έχει δημιουργήσει μια φυλετική νοοτροπία αναφορικά με τους ιερούς τόπους και μεταξύ του πιστού λαού. Χτυπητό παράδειγμα είναι η «αμετακίνητη σκάλα» στον Πανάγιο Τάφο, που μένει κάτω από ένα παράθυρο από φόβο μην προκαλέσει σύγκρουση μεταξύ των διαφόρων Εκκλησιών που έχουν οριοθετήσει το χώρο τους στον Πανάγιο Τάφο και στον Ναό της Γεννήσεως.

Με τον ελάχιστο συντονισμό ή την έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην περιοχή, η παρουσία και η φωνή τους σε σημαντικά ζητήματα που απειλούν την επιβίωσή τους περνά απαρατήρητη. Παρόλο που η πλειοψηφία των Χριστιανών στη Συρία ανήκουν στη Συριακή ή την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπήρξε ελάχιστος συντονισμός μεταξύ των εκκλησιών για την εξεύρεση λύσεων για τη χώρα, παρά το γεγονός ότι η κάθε μια Εκκλησία βρίσκεται ως κοινότητα αντιμέτωπη με την εξαφάνιση. Και πολύ πρόσφατα, οι χριστιανικές εκκλησίες της περιοχής είχαν διαφορετικές απόψεις και θέσεις σχετικά με την τουρκική εισβολή στη βόρεια Συρία.

Ακόμα και μέσα σε κάθε πλευρά υπάρχουν μικρές συγκρούσεις. Εδώ και αρκετά χρόνια, οι πατριάρχες της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων δεν βρίσκονται σε κοινωνία  μεταξύ τους, με αφορμή μια δικαιοδοσιακή διαμάχη αναφορικά με την περιοχή του Κατάρ. Στην μη χαλκηδόνια πλευρά, οι Κόπτες και οι Αιθίοπες μοναχοί συγκρούονταν για την κατοχή της Μονής Ντεΐρ ες-Σουλτάν στην Ιερουσαλήμ.

Αν οι εκκλησιαστικές μας οικογένειες μπορέσουν να ξεπεράσουν τη διαίρεση αιώνων, αν μπορέσουν να αναγνωρίσουν ότι η πίστη τους είναι κοινή, αν μπορέσουν να εισέλθουν σε μια ζωή κοινωνίας με την πιο βαθιά έννοια αυτού του λόγου, η επανένωση τους θα είναι σημάδι που θα υπόσχεται πολλά για όλους τους Χριστιανούς.

Ο θεσμικός συντονισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον υπόλοιπο κόσμο θα βοηθούσε για τον τερματισμό της διαίρεσης μεταξύ των διαφόρων ομάδων, θα ένωνε τους διωκόμενους λαούς και θα ενίσχυε τον πολιτικό και ιστορικό ρόλο των χριστιανών της Μέσης Ανατολής. Θα βοηθούσε τις αντίστοιχες κοινότητες στις Η.Π.Α. να προβάλουν την ιστορία τους και να πιέσουν για σημαντικά θέματα όπως η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Χριστιανών Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων στη δεκαετία του 1910. Εκκλησίες όπως η Συριακή, η Αρμενική και η Αντιοχειανή, ιδιαίτερα στη διασπορά, θα μπορούσαν να εφιστήσουν την προσοχη της διεθνούς κοινότητας ως προς την δεινή κατάσταση των Σύρων και Ιρακινών χριστιανών. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τόσο ο Συρο-Ορθόδοξος όσο και ο Ελληνο-Ορθόδοξος επίσκοπος Χαλεπίου ήταν σε κοινή ανθρωπιστική αποστολή όταν απήχθησαν από ισλαμιστές μαχητές, καταδεικνύοντας το γεγονός πως η μοίρα των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή είναι συνυφασμένη.

Σε εκείνους που αντιστρατεύονται την επανένωση θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπήρξαν πολλές περιπτώσεις ενότητας στο παρελθόν. Στο βιβλίο του Κονσταντίν Πατσένκο, Άραβες Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπό Οθωμανική κυριαρχία, σημειώνεται ότι υπήρχαν Βυζαντινοί αυτοκράτορες που παρενέβησαν προς υπεράσπιση διωκόμενων Κοπτών στην ισλαμική Αίγυπτο, ενώ σύμφωνα με το βιβλίο του Μάρκ Σουάνσον, Το Κοπτικό Πατριαρχείο στην Ισλαμική Αίγυπτο 641 – 1517, οι πατριάρχες των Κοπτών προστάτευαν επίσης τους Έλληνες που αιχμαλωτίζονταν ως δούλοι από Άραβες επιδρομείς.

Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες ενδείξεις ελπίδας. Θεολογικά ινστιτούτα, όπως για παράδειγμα το Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου, δέχονται πλέον και τις δύο Ορθόδοξες οικογένειες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο διάλογο μεταξύ των δυο πλευρών. Το Κέντρο Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Fordham εγκαινίασε πρόσφατα μια ερευνητική υποτροφία για θέματα κοπτικού Χριστιανισμού και συχνά περιλαμβάνει την Ανατολική Ορθοδοξία της προ-Χαλκηδόνιας παράδοσης στα προγράμματά του. Η Ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε επίσης στις μη Χαλκηδόνιες εκκλησίες να αποκτήσουν πλήρη νομική υπόσταση στην Ελλάδα, βήμα σημαντικό για μια Ορθόδοξη χώρα. Ακόμα πιο πρόσφατο ήταν το ταξίδι του αειμνήστου Σέρβου Πατριάρχη Ειρηναίου στη Δαμασκό, ο οποίος επισκέφθηκε τον Πατριάρχη της Συρο-Ορθόδοξης Εκκλησίας και δήλωσε: «Οι πιστοί προσδοκούν την ημέρα που θα μεταλάβουμε από το ίδιο Ευχαριστιακό ποτήριο, αφού οι θεολόγοι και των δυο εκκλησιών συμφώνησαν ότι ομολογούμε την ίδια πίστη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον Σαρκωθέντα Λόγο».

Και όπως δήλωσε ο πρώην κοσμήτορας του Ορθόδοξου Σεμιναρίου του Αγίου Βλαδίμηρου, π. Τζον Έρικσον, πανηγυρίζοντας τα 1700 χρόνια του Χριστιανισμού στην Αρμενία: «Αν οι εκκλησιαστικές μας οικογένειες μπορέσουν να ξεπεράσουν τη διαίρεση αιώνων, αν μπορέσουν να αναγνωρίσουν ότι η πίστη τους είναι κοινή, αν μπορέσουν να εισέλθουν σε μια ζωή κοινωνίας με την πιο βαθιά έννοια αυτού του λόγου, η επανένωση τους θα είναι σημάδι που θα υπόσχεται πολλά για όλους τους Χριστιανούς».


[1] Kallistos Ware, The Orthodox church, Λονδίνο & Νέα Υόρκη, Penguin, 1993, σ. 305


Ο Paul Gadalla έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος στη Βυρηττό, καθώς και στο Τμήμα Επικοινωνίας  του Carnegie Middle East Center. Σήμερα βρίσκεται στο Κεντρικό Τμήμα Επικοινωνίας του Ιδρύματος Brookings. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις Πολιτικές Επιστήμες με ειδίκευση στη Μέση Ανατολή από το Northeastern University της Βοστώνης. 

To εικαστικό αποτελεί τοιχογραφία από τη Μονή του Απολλώ στο Bawit στην Αιγύπτου και φυλάσσεται στο Κοπτικό Μουσείου του Καΐρου.