Ο ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Ο ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Ο πάπας Φραγκίσκος και το αφήγημα της Μεσογείου

Η Μεσόγειος θάλασσα, η «mare nostrum» των Ρωμαίων, υπήρξε το θέατρο της γέννησης, ανάπτυξης και διάδοσης των αρχαιότερων πολιτισμών που γνώρισε η ανθρωπότητα. Κυκλωμένη από τα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έδινε κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο την εντύπωση λίμνης, η οποία παρείχε αφειδώς στους πληθυσμούς που ζούσαν και κινούνταν στον γεωγραφικό της χώρο όχι μόνο τη δυνατότητα αναρίθμητων εμπορικών συναλλαγών αλλά και ένα μέρος κοινής, «μεσογειακής», ταυτότητας που οι άνθρωποι απέδωσαν στο μυστήριο του υγρού στοιχείου και της συνυφασμένης μ’ αυτό γοητείας. 

Mε την επίσκεψή του στην Κύπρο και την Ελλάδα, ο πάπας Φραγκίσκος, ως επίσκοπος της Ρώμης, κατευθύνεται σε μια γεωγραφική περιοχή έμπλεη ρωμαϊκότητας, όπως έλεγε κάποτε και ο άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός αναφερόμενος στην πόλη της Βηρυτού. Πράγματι, οι κάτοικοι των χωρών αυτών εξακολουθούν να ζουν μέσα σ’ ένα πολιτισμικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί από την Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Ρώμη, διατηρώντας μια αγαπητική σχέση με τη φιλοσοφία και καλλιεργώντας μέχρι σήμερα μια γλώσσα συμβολική και μυστική. Ταυτόχρονα παραμένουν λουσμένοι μέσα στο φως που προέρχεται από το θάμβος των εικόνων, οι οποίες αποτελούν παράθυρα ανοιχτά στον ουρανό.

Το Ρωμαϊκό όραμα για μια λίμνη στο κέντρο της αυτοκρατορίας εξανεμίστηκε όταν τα Γερμανικά φύλα κατά τον 5ο αι. εξαπλώθηκαν στο δυτικό μέρος της αυτοκρατορίας και εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της Ιταλίας, της Ισπανίας και των ακτών της Βόρειας Αφρικής. Ως συνέπεια αυτής της εξέλιξης, η Κωνσταντινούπολη αναδύθηκε σταδιακά ως η πραγματική πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επειδή κατάφερε να αποφύγει, κατά μια έννοια, τον κλυδωνισμό που προκάλεσαν τα Γερμανικά φύλα στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας κατά τον 5ο αι. Ο επίσκοπος της Ρώμης μετατράπηκε, κατά κάποιο τρόπο, σε σύμβολο των δεσμών της Δύσης με την αρχαία Ρωμαϊκή ιδέα, και κατέστη η γέφυρα που ενώνει την Αιώνια πόλη της Ρώμης με την αυτάδελφή της Νέα Ρώμη στις όχθες του Βοσπόρου. Το επίπονο έργο του εκχριστιανισμού των «βάρβαρων» Γερμανικών φύλων απαίτησε για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μια στρατιά από μοναχούς και θεολόγους. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565) επιχείρησε να παρακάμψει τις διακυμάνσεις της ιστορίας και να αποκαταστήσει το Ρωμαϊκό όνειρο με τις κατά τόπους στρατιωτικές νίκες που κατέγραψε έναντι των νεοαφιχθέντων πληθυσμών. Κατά τον 6ο αι. η Μεσόγειος είχε σχεδόν ξαναγίνει μια αμιγώς Ρωμαϊκή λίμνη, στο κέντρο μιας σχεδόν κυκλικής γεωγραφικής περιοχής παρά τις όποιες μικρές αποκλίσεις. Ωστόσο, η λογική της ιστορικής κινητικότητας υπήρξε ισχυρότερη από τη λογική της ιδεολογίας, αφού το Ισλάμ, η νέα θρησκεία που εξέπληξε τους χριστιανούς θεολόγους με την ταχύτητα της εξάπλωσής της, δεν άργησε να εδραιωθεί στις ακτές της Μεσογείου καθιερώνοντας τον θρησκευτικό διαχωρισμό μεταξύ μεσογειακού βορρά και μεσογειακού νότου. 

Με την επίκληση της ιστορικής κινητικότητας, μπορούμε να κατανοήσουμε τις διαδοχικές μεταναστευτικές κινήσεις. Η Μεσόγειος θάλασσα λειτούργησε ως σκηνικό για τις μετακινήσεις αρχικά των Γερμανικών φύλων, στη συνέχεια των Αραβικών πληθυσμών, έπειτα των Νορμανδών, των ανθρώπων δηλαδή του βορρά που εγκαταστάθηκαν στην νότια Ιταλία, καθώς και των Εβραίων και τέλος των σύγχρονων μεταναστευτικών ροών, όπου με τις βάρκες του θανάτου απεγνωσμένοι άνθρωποι προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη, ιδανικό προορισμό χάρη στην πολιτισμική της κληρονομία και το σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου. Πριν απ’ αυτούς τους λαούς, οι Χαναναίοι, οι Κρήτες και οι Έλληνες είχαν ιδρύσει σε διάφορες παράλιες περιοχές αποικίες, μεταμορφώνοντας κάποιες από τις μεσογειακές ακτές σε πραγματικούς φάρους της επιστήμης και του πολιτισμού, ελκύοντας και οδηγώντας πολυάριθμα πλήθη ανθρώπων να μετακινηθούν προς τη «mare nostrum». Κατά συνέπεια, η Ρωμαϊκή ιδεολογία που θέλησε να μετατρέψει τη Μεσόγειο σε μια περίκλειστη θάλασσα αποκλειστικής χρήσης δεν αποτελεί παρά μια απλή εξαίρεση στο διάβα της ιστορίας. Το πεπρωμένο της Μεσογείου αποδείχτηκε πως ήταν να αποτελέσει μια γεωγραφική περιοχή που θα θεμελιώνει τη διασύνδεση μεταξύ λαών και κρατών, ενώ οι διαδοχικές μετακινήσεις πληθυσμών καθόρισαν και καθορίζουν τη μοίρα των λαών που ζουν γύρω και κοντά στις ακτές της.

H ιστορία μας διδάσκει ότι οι ξένοι δεν φέρνουν μαζί τους μόνο τη θλίψη τους, όπως πολύ εύστοχα τραγουδά η Φεϊρούζ (Fairuz), αλλά επιπλέον περικλείουν ένα σύνολο από εμπειρίες και τεχνογνωσία, οι οποίες συνήθως λείπουν από τις κοινωνίες στις οποίες καταφεύγουν. Όλα αυτά διαμορφώνουν με τη σειρά τους έναν συμπεριληπτικό πολιτισμό που περιλαμβάνει την καινοτομία καθώς και το αίσθημα αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης, στοιχεία απολύτως απαραίτητα αν δεν θέλουμε να μετατραπεί η ανθρωπότητα σε μια απέραντη και αφιλόξενη έρημο. 

Ωστόσο, στις μέρες μας οι λαοί που βρέχονται από τα νερά της Μεσογείου αρνούνται αυτή την παράδοση αιώνων που δημιούργησε η μετανάστευση. Κινούμενοι στο ρυθμό των πολιτικών μεταβολών, επιδιώκουν το διαμοιρασμό των υποθαλάσσιων πηγών φυσικού αερίου και πετρελαίου, ενώ ταυτόχρονα υψώνουν τείχη για να προστατευτούν από μια νέα μορφή «βαρβάρων» που με τις βάρκες της φτώχειας, του φόβου και των πολέμων κατευθύνονται προς αυτούς. Αρνούνται επί της ουσίας την ιστορική ταυτότητα της Μεσογείου, η οποία θεμελιώθηκε πάνω στις ανθρώπινες και τις πολιτισμικές ανταλλαγές και όχι αποκλειστικά και μόνο στο εμπόριο. Πράγματι, η ιστορία μας διδάσκει ότι οι ξένοι δεν φέρνουν μαζί τους μόνο τη θλίψη τους, όπως πολύ εύστοχα τραγουδά η Φεϊρούζ (Fairuz), αλλά επιπλέον περικλείουν ένα σύνολο από εμπειρίες και τεχνογνωσία, οι οποίες συνήθως λείπουν από τις κοινωνίες στις οποίες καταφεύγουν. Όλα αυτά διαμορφώνουν με τη σειρά τους έναν συμπεριληπτικό πολιτισμό που περιλαμβάνει την καινοτομία καθώς και το αίσθημα αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης, στοιχεία απολύτως απαραίτητα αν δεν θέλουμε να μετατραπεί η ανθρωπότητα σε μια απέραντη και αφιλόξενη έρημο. 

Με την επίσκεψή του στην Κύπρο και την Ελλάδα, ο πάπας Φραγκίσκος, ως επίσκοπος της Ρώμης, κατευθύνεται σε μια γεωγραφική περιοχή έμπλεη ρωμαϊκότητας, όπως έλεγε κάποτε και ο άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός αναφερόμενος στην πόλη της Βηρυτού. Πράγματι, οι κάτοικοι των χωρών αυτών εξακολουθούν να ζουν μέσα σ’ ένα πολιτισμικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί από την Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Ρώμη, διατηρώντας μια αγαπητική σχέση με τη φιλοσοφία και καλλιεργώντας μέχρι σήμερα μια γλώσσα συμβολική και μυστική. Ταυτόχρονα παραμένουν λουσμένοι μέσα στο φως που προέρχεται από το θάμβος των εικόνων, οι οποίες αποτελούν παράθυρα ανοιχτά στον ουρανό. Το φιλόδοξο Ισλάμ, ακόμα και με την κριτική του προς το Χριστιανισμό, υπήρξε κληρονόμος αυτού του γεωγραφικού και πολιτισμικού χώρου, συμπεριλαμβάνοντας οργανικά στο πνευματικό του οικοδόμημα τόσο τη φιλοσοφία όσο και τις εκστατικές εμπειρίες των Σούφι. Αλλά και ο πάπας Φραγκίσκος πορεύεται κουβαλώντας με τρόπο παρόμοιο την παρακαταθήκη των προκατόχων του στο θρόνο της Ρώμης, οι οποίοι χωρίς να υπολογίσουν κόπους προσπάθησαν να «εξανθρωπίσουν» τις μεταναστευτικές κινήσεις των Γερμανικών φύλων στα δυτικά εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέσω του εκχριστιανισμού, μπολιάζοντας τους με το πνεύμα του Ευαγγελίου που αγαπά τους ξένους και υπερασπίζεται τους πτωχούς κι αυτό παρά τη θεολογική ρήξη που έμελλε να σημαδέψει τις σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης από τον 7ο αι. και εξής. Έπειτα ο ποντίφικας έρχεται να υπενθυμίσει στους επικεφαλής των εθνών ότι οι μεταναστευτικές ροές στη Μεσόγειο μπορούν να λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση της αναζωπύρωσης του αισθήματος της αδελφοσύνης μεταξύ των ανθρώπων αλλά και των θρησκειών που σημάδεψαν με τη σφραγίδα τους τις σελίδες αυτές της μεγάλης θάλασσας.

Ο πάπας ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει, όπως είχε κάνει και πριν από μερικά χρόνια, να πάρει μαζί του στο μικρότερο κράτος του κόσμου, ένα συγκεκριμένο αριθμό από εκείνους που με μικρές βάρκες διέσχισαν τη Μεσόγειο σε αναζήτηση μιας ζωής που θα χαρακτηρίζεται από ανθρωπιά, μακριά από κάθε είδους αδικία. Όπως είναι φυσικό, η δύναμη αυτού του μηνύματος δεν έγκειται τόσο στην ικανότητα του να επιβάλλεται αλλά περισσότερο στο συμβολισμό που εμπεριέχει και παραπέμπει στο αναγκαίο αίσθημα φιλανθρωπίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων για να μην καταντήσουμε μια αγέλη λύκων που ξεσκίζει τις σάρκες της στις ακτές της Μεσογείου. 


Ο Ασσάαντ Ελίας Καττάν (Assaad Elias Kattan) είναι ορθόδοξος θεολόγος με καταγωγή από το Λίβανο και καθηγητής στην έδρα της Ορθόδοξης Θεολογίας στο Κέντρο Θρησκειολογικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Münsterστη Γερμανία. 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στα αραβικά στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Almodon” και μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Marcel Pirard. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον Δρ. Νίκο Κουρεμένο, Επιστημονικό Συνεργάτη της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών.

Το εικαστικό αποτελεί λεπτομέρεια από τον πίνακα «Refugees 4» του κινεζικής καταγωγής καλλιτέχνη Liu Xiaodong που φιλοτεχνήθηκε το 2015 και απεικονίζει Σύριους πρόσφυγες σε στιγμές ανάπαυλας στο λιμάνι της Λέσβου. Ο πίνακας παρουσιάστηκε σε περιοδική, θεματική έκθεση με θέμα τη μετανάστευση στο μουσείου Philipps Collection της Ουάσιγκτον στις ΗΠΑ.