ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ (2000-2021). ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ (2000-2021). ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ

Πτυχές του Ισλάμ στα Βαλκάνια (2000-2021). Πολιτικές συνιστώσες και θρησκευτικότητα

Το Ισλάμ στα Βαλκάνια και οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στη διαχρονική τους εξέλιξη δεν έπαψαν να αποτελούν σημαντικό συνθετικό στοιχείο των βαλκανικών κοινωνιών. Για να κατανοήσει κανείς τη νέα εποχή στα Bαλκάνια που ξεκινά κατά τη δεκαετία του 1990 και αναδιαμορφώνεται στη διάρκεια της καινούριας χιλιετίας, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη κάποια βασικά χαρακτηριστικά των μουσουλμανικών πληθυσμών και του Ισλάμ στα Βαλκάνια, στα οποία θα αναφερθώ αμέσως παρακάτω.

Ομολογιακός και εθνο-γλωσσικός πλουραλισμός

Στις νέες κρατικές οντότητες που προέκυψαν μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπάρχει μια τεράστια ποικιλία μουσουλμανικών ομάδων με διαφορετική προέλευση (είτε από διαφορετικούς πληθυσμούς της Ανατολίας που εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια είτε από τον εξισλαμισμό τοπικών βαλκανικών ομάδων) και εθνογλωσσική ποικιλία (τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, Rom, καθώς και ομιλητές πολλών διαλέκτων) που κατανέμονται γεωγραφικά σε διαφορετικές αναλογίες στο βαλκανικό χώρο. Οι όροι ύπαρξης αυτών των ομάδων στο πλαίσιο του κάθε έθνους-κράτους ξεχωριστά ήταν διαφορετικοί, ανάλογα με την εποχή και με τις σχέσεις που ανέπτυσσαν με τους πλειοψηφικούς κατά κανόνα χριστιανικούς πληθυσμούς. 

Όλα αυτά τα στοιχεία, διαφορετικές εθνογλωσσικές ταυτότητες, διαφορετικές σχέσεις ισχύος μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων και οι διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις στους ίδιους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς δημιουργούν μια ποικιλία διαντιδράσεων και διαφορετικές εμπειρίες στους μουσουλμάνους των Βαλκανίων.

Στην πλειοψηφία τους οι μουσουλμάνοι στα Βαλκάνια ανήκουν στο σουννιτική χανεφιτική σχολή, ενώ υπάρχουν πολλές σουφικές αδελφότητες (tariqats) όπως αυτές των Rifa’i, Halveti, Qadiri, Sa’adi, Bektashi/Alevis, Naqshbandi, Melami, Mevlevi, Sinani, κ.ά. οι οποίες προϋπήρχαν από την οθωμανική περίοδο. Η συνύπαρξη των σουννιτικών μουσουλμανικών πληθυσμών μαζί με μια ποικιλία σουφικών ταγμάτων σχηματίζουν τη λεγόμενη παραδοσιακή μορφή του Ισλάμ στα Βαλκάνια. Όλα αυτά τα στοιχεία, διαφορετικές εθνογλωσσικές ταυτότητες, διαφορετικές σχέσεις ισχύος μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων και οι διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις στους ίδιους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς δημιουργούν μια ποικιλία διαντιδράσεων και διαφορετικές εμπειρίες στους μουσουλμάνους των Βαλκανίων. Λίγο πριν το τέλος του Ψυχρού πολέμου, μπορούμε να πούμε ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις των μουσουλμάνων είχαν διαμορφωθεί στο πλαίσιο κοσμικών κρατών στα οποία καλλιεργήθηκε η ιδέα της προτεραιότητας της εθνικής ταυτότητας τοποθετώντας τη θρησκευτική σε δεύτερο πλάνο. Οι θρησκευτικές ελίτ αποκομμένες από τα ισλαμικά εξωβαλκανικά κέντρα διαμορφώνονταν και λειτουργούσαν εντός των Βαλκανίων και σε συνεργασία με τις πολιτικές ελίτ σοσιαλιστικού προσανατολισμού.

Σταδιακή εμφάνιση του ισλαμικού νεο-φονταμενταλισμού

Οι αλλαγές που ξεκίνησαν μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, είχαν ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ εθνικής και μουσουλμανικής ταυτότητας, την πολιτική κινητοποίηση των μουσουλμάνων των Βαλκανίων και την ανάληψη πολιτικής δράσης. Οι γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι (1992-1999) έφεραν στο φως τις εύθραυστες σχέσεις μεταξύ των εθνικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων και τη δύσκολη ενσωμάτωσή τους στο βαλκανικό πλαίσιο. Την αποσταθεροποίηση που προκάλεσαν οι πόλεμοι ήρθαν να την συμπληρώσουν οι μεταναστεύσεις και η εισαγωγή διαφόρων δρώντων από το εξωτερικό, συνήθως με τη μορφή ανθρωπιστικών αποστολών και θρησκευτικών οργανώσεων με στόχο κυρίως την αναμόρφωση του Ισλάμ στην περιοχή. Η μουσουλμανική θρησκευτική αναζωογόνηση, η αποκατάσταση των θρησκευτικών ελευθεριών, τα «εισαγόμενα» ισλαμικά ρεύματα και η κυκλοφορία διαφόρων θρησκευτικών ερμηνειών του Ισλάμ και της ισλαμικής πρακτικής, έκαναν ακόμη πιο σύνθετη τη μορφή του Ισλάμ στο βαλκανικό χώρο. 

Την αποσταθεροποίηση που προκάλεσαν οι πόλεμοι ήρθαν να την συμπληρώσουν οι μεταναστεύσεις και η εισαγωγή διαφόρων δρώντων από το εξωτερικό, συνήθως με τη μορφή ανθρωπιστικών αποστολών και θρησκευτικών οργανώσεων με στόχο κυρίως την αναμόρφωση του Ισλάμ στην περιοχή. Η μουσουλμανική θρησκευτική αναζωογόνηση, η αποκατάσταση των θρησκευτικών ελευθεριών, τα «εισαγόμενα» ισλαμικά ρεύματα και η κυκλοφορία διαφόρων θρησκευτικών ερμηνειών του Ισλάμ και της ισλαμικής πρακτικής, έκαναν ακόμη πιο σύνθετη τη μορφή του Ισλάμ στο βαλκανικό χώρο. 

Στις αρχές του 21ου αιώνα οι τρομοκρατικές ενέργειες σε Αμερική και Ευρώπη συνέβαλαν στην ανάπτυξη διεθνών πολιτικών ασφάλειας. Στα Βαλκάνια η προσοχή επικεντρώθηκε στη δράση του πανισλαμικού ρεύματος και των εκκολαπτόμενων τζιχαντιστών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, και πιο συγκεκριμένα στην πτέρυγα του Κόμματος Δημοκρατικής Δράσης [Party of Democratic Action (SDA)] υπό την ηγεσία του Alijia Izetbegović. Ωστόσο, η διάσπαση του κόμματος (από την οποία προέκυψε το Party for Bosnia-Herzegovina) ήδη από το 1995, η παρουσία του Αμερικανικού Στρατού στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη μετά τις συμφωνίες του Dayton το 1995 και η πολιτική «του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» των ΗΠΑ και, τέλος, ο θάνατος του Α. Izetbegović το 2003, μείωσε κατά πολύ την κομματική δράση των ισλαμιστών του Κόμματος της Δημοκρατικής Δράσης SDA και των άλλων μικρότερων κομμάτων -παρακλάδια του SDA- στη Βόρεια Μακεδονία και στο Κόσσοβο. Κάποιες ομάδες mujahiddins που είχαν έρθει από το Ιράν και τον αραβικό κόσμο κατά την έναρξη του πολέμου στη Βοσνία το 1992 και πήραν μέρος στις πολεμικές συρράξεις, όπως και διάφορα δίκτυα τζιχαντιστών που εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια μέσω των ισλαμικών ΜΚΟ με στόχο τη στρατολόγηση τρομοκρατών, στις αρχές του 21ου αιώνα βρέθηκαν κάτω από τον έλεγχο και την επιτήρηση μυστικών υπηρεσιών στα διάφορα βαλκανικά κράτη. Kάποια από τα μέλη αυτών των δικτύων αποχώρησαν, κάποια άλλα παρέμειναν εξαιτίας των γάμων με ντόπιες μουσουλμάνες ή ως υπάλληλοι σε ξένους ισλαμικούς ΜΚΟ οι οποίοι λειτουργούν μέχρι σήμερα έχοντας αλλάξει το παλιό τους όνομα.

Προς μια αναζήτηση των αιτίων

Ωστόσο, οι ξένες ισλαμικές επιρροές οι οποίες έχουν σχέση με τον νέο-φονταμενταλισμό και χαρακτηρίζονται ως σαλαφισμός (salafi) ή  ως ουαχαμπισμός (Wahhabi) είναι παρούσες σήμερα και καλλιεργούνται είτε μέσω των ΜΚΟ (διεθνείς οργανισμοί παροχής βοήθειας και άλλες ενεργές τοπικές οργανώσεις που λειτουργούν ως προωθητές του Σαλαφισμού), είτε μέσα από την καθοδήγηση ορισμένων τοπικών ιμάμηδων ή νέων διανοούμενων οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν σε αραβικά ισλαμικά πανεπιστήμια και υιοθετούν ήπιους σαλαφικούς προσανατολισμούς στην κατήχηση ή στην θρησκευτική πρακτική. Οπωσδήποτε η ιντερνετική δικτύωση με την πληθώρα ισλαμικών ιστοσελίδων παίζει πολύ σημαντικό ρόλο όχι μόνο στη στρατολόγηση ‒ και τη δημοφιλία του jihad ‒ μεταξύ των βαλκάνιων μουσουλμάνων αλλά και στη διάχυση φονταμενταλιστικών/σαλαφικών αντιλήψεων που οδηγούν στη δημιουργία πολύ συντηρητικών μικρο-κοινωνιών και σε ένα θρησκόληπτο ρεύμα όπως και στην εργαλειοποίηση της ιδέας της Ούμμα. 

Ένα βασικό ερώτημα κατά την άποψή μου που προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν είναι αυτό των αιτίων που οδηγούν μια μερίδα των βαλκάνιων μουσουλμάνων στο σαλαφισμό. Μουσουλμανικοί πληθυσμοί, κυρίως αγροτικοί, που βγήκαν από εμπόλεμες καταστάσεις και με την ανάδυση της φτώχειας που ακολούθησε ήταν πιο ευάλωτοι στην οικονομική βοήθεια που προσέφεραν οι διάφορες ΜΚΟ οι οποίες έχτισαν τζαμιά, ίδρυσαν κορανικά σχολεία και προσπάθησαν να δημιουργήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους ντόπιους. Η οικονομική κρίση, η κρίση αξιών, η μη ύπαρξη ενός συστήματος πρόνοιας, η έλλειψη ελπίδας για το μέλλον ειδικά στους νέους και, κυρίως οι εκρηκτικές διαστάσεις της διαφθοράς στις πολύ ευαίσθητες δημοκρατίες των Βαλκανίων συνέβαλαν στη θετική ανταπόκριση απέναντι σε αυτές τις ιδέες. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί και η κόπωση από την αναμονή για την ενσωμάτωση των κρατών στην Ευρώπη, όπως και τα κενά συνεργασίας για την ασφάλεια που σημειώθηκαν ιδίως μετά το 2009, όταν Αμερική και Ευρώπη φαίνεται να απομακρύνονται από τα Βαλκάνια λόγω άλλων πολιτικών προσανατολισμών. 

Η εναντίωση στις φονταμενταλιστικές αντιλήψεις και ο ρόλος της Τουρκίας

Ως προς τη στάση των Ισλαμικών Κοινοτήτων στα Βαλκάνια, υπάρχουν πολλά παραδείγματα αντίδρασης απέναντι στις φονταμενταλιστικές αντιλήψεις περί της επιστροφής στη σωστή, την αληθινή θρησκεία, επειδή θεωρείται απειλή απέναντι στο παραδοσιακό Ισλάμ των βαλκάνιων μουσουλμάνων και στα τοπικά ισλαμικά έθιμα και πρακτικές. Ακόμη και η εισαγόμενη ισλαμική αρχιτεκτονική στα νέο ιδρυθέντα ή ανακαινισμένα τεμένη από ξένους ΜΚΟ (μη κυβερνητικούς οργανισμούς), έχει προκαλέσει τη διαμαρτυρία ακόμη και τη διαμάχη μεταξύ τοπικών διανοούμενων και θρησκευτικών ηγετών.  Όλες αυτές οι εισαγόμενες ιδέες, για πολλούς θρησκευτικούς ηγέτες, αποτελούν παράγοντα αποσταθεροποίησης και απειλή για την κοινωνική ειρήνη.

Γενικότερα, και ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί κινήθηκαν μακριά από την επιρροή αραβικών και ιρανικών δικτύων και προτίμησαν τη συνεργασία με τουρκικά δίκτυα. Ο ανταγωνισμός ήταν φανερός μεταξύ ορισμένων αραβικών οργανισμών με διεθνή φυσιογνωμία, όπως : το Islamic Council for Eastern Europe και  η World Islamic League και των αντίστοιχων τουρκικών όπως, η Eurasian Shura  και ο Humanitarian Relief Organisationμε αποτέλεσμα οι δύο πρώτοι να εξαφανιστούν μετά από δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας τους, ενώ εξακολουθούν να λειτουργούν με επιτυχία αυτοί που χρηματοδοτούνται από την Τουρκία. Οι συναντήσεις των εκπροσώπων των ισλαμικών κοινοτήτων που συνδέονται με την Eurasian Shura (η οποία φέρνει σε επαφή θρησκευτικούς θεσμούς από τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο) και τον Humanitarian Relief Organisation συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της αλληλεγγύης και του ρόλου της Τουρκίας ως προστάτιδας δύναμης.  

Ως προς τη στάση των Ισλαμικών Κοινοτήτων στα Βαλκάνια, υπάρχουν πολλά παραδείγματα αντίδρασης απέναντι στις φονταμενταλιστικές αντιλήψεις περί της επιστροφής στη σωστή, την αληθινή θρησκεία, επειδή θεωρείται απειλή απέναντι στο παραδοσιακό Ισλάμ των βαλκάνιων μουσουλμάνων και στα τοπικά ισλαμικά έθιμα και πρακτικές.

Η Τουρκία με άλλα λόγια, αναδείχθηκε σε ισχυρό παίκτη στα Βαλκάνια καθώς εντατικοποίησε και εξάπλωσε τη δράση της  μέσω της Διεύθυνσης των Θρησκευτικών Υποθέσεων (γνωστή ως Diyanet), της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού (γνωστή ως ΤΙΚΑ (Turkish International Cooperation and Development Agency), και του Ιδρύματος Yusuf Emre, ως ενεργοί φορείς της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά την άνοδο στην εξουσία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Με αυτό τον τρόπο, η Τουρκία παρουσιάζεται προστάτιδα δύναμη των τούρκικων πληθυσμών που ζουν στα Βαλκάνια αλλά και των υπόλοιπων μουσουλμάνων εφαρμόζοντας μια «χαμηλή πολιτική» (low politics) με την οπτική μιας νέας Pax Ottomanica όπου η Τουρκία αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη για την προστασία της οθωμανικής κληρονομιάς στα Βαλκάνια. Έτσι, η  Diyanet αλλά και το Τουρκικό Ίδρυμα Diyanet (Turkiye Diayanet Vakfi, το οποίο είναι το χρηματοδοτικό όργανο της Diyanet)  εκτός από τον συμβουλευτικό ρόλο που έχουν, καλύπτουν τις ανάγκες των μουσουλμανικών πληθυσμών και σε συνεργασία με τα Τουρκικά Υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας χρηματοδοτούν μεντρεσέδες για την εκπαίδευση των μελλοντικών θρησκευτικών λειτουργών και δασκάλων, κορανικά σχολεία, χορηγούν υποτροφίες για θρησκευτικές σπουδές στην Τουρκία, εκδίδουν τουρκικά βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου ή μεταφράζουν βιβλία στα αλβανικά και σε άλλες γλώσσες, ενισχύουν τον πανεπιστημιακό τουρισμό στην Τουρκία (χιλιάδες φοιτητές παρακολουθούν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα και σεμινάρια στα τουρκικά πανεπιστήμια και συμμετέχουν σε καλοκαιρινά σχολεία όπου διδάσκεται η τουρκική γλώσσα). Η ΤΙΚΑ αναλαμβάνει την αποκατάσταση οθωμανικών μνημείων ή χρηματοδοτεί την ανέγερση νέων τεμενών, την κατασκευή σχολείων και νοσοκομείων και πραγματοποιεί προγράμματα στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης. Το ίδρυμα Yunus Emre, από το 2007 που ιδρύθηκε μέχρι σήμερα, διαθέτει πολλά παραρτήματα στα Δυτικά Βαλκάνια (3 στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, 2 στην Αλβανία, 1 στη Βόρεια Μακεδονία, 1 στο Μαυροβούνιο, 1 στην Κροατία) τα οποία λειτουργούν με στόχο την προώθηση της τουρκικής γλώσσας και κουλτούρας καθώς και την ίδρυση πολλών βιβλιοθηκών.

Ταυτόχρονα, είναι αισθητή η επιρροή του κινήματος Gulen, γνωστό ως Hizmet. Ήδη το κίνημα ήταν πολύ ενεργό στα Bαλκάνια από τη δεκαετία του 1990, ειδικά στους τομείς της εκπαίδευσης με την ίδρυση πανεπιστημίων, ιδιωτικών σχολείων και κορανικών σχολείων, αλλά και στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Το κίνημα του Gulen το οποίο κατατάσσεται μεταξύ των νεο-αδελφοτήτων, ενώ συνεργάστηκε με το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κατά την περίοδο 2002-2011 προωθώντας τα συμφέροντα της Τουρκίας στα Βαλκάνια, βρέθηκε σε σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ 2012 και 2016 με αποκορύφωμα την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου του 2016. Η σύγκρουση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με το κίνημα Gülen μεταφέρθηκε και στον βαλκανικό χώρο ενώ στόχος της νέας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η εδραίωση ακόμη πιο στενών σχέσεων με τις χώρες των Βαλκανίων  και της αποδυνάμωσης του κινήματος Gülen με το κλείσιμο των γκιουλενικών σχολείων. Ωστόσο, παρά την πίεση δεν έχουν κλείσει όλα τα ιδρύματα της περιοχής που συνδέονται με τον Gülen.

Η ιδέα ενός Ευρωπαϊκού Ισλάμ των Βαλκανίων

Ένα άλλο γεγονός που προκάλεσε έντονες συζητήσεις, ήταν η Δήλωση των Ευρωπαίων Μουσουλμάνων (Declaration of European Muslims) από τον Mustafa Cerić, το 2006 στο Zagreb. Ο Cerić υπήρξε μεγάλος μουφτής στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (1991-2012) και συνεχίζει σήμερα ως ακτιβιστής και πρόεδρος της World Bosniak Congress και μέλος πολλών διεθνών οργανισμών. O Cerić άρχισε να προωθεί την ιδέα του Ευρωπαϊκού Ισλάμ των Βαλκανίων που είναι παραδοσιακά μετριοπαθές και ανεκτικό. Στην περίφημη Δήλωσή του  υπονοείται ότι η Βοσνία θα μπορούσε να είναι ο πυλώνας του Ευρωπαϊκού Ισλάμ και κατ’ επέκταση, η παρουσία των μουσουλμάνων σε ευρωπαϊκό έδαφος εδώ και έξι αιώνες προβάλλεται ως λόγος αξιώσεων για αυθεντική ευρωπαϊκή ταυτότητα. Αυτή η ιδέα δεν φαίνεται να συγκίνησε τις ισλαμικές κοινότητες ούτε των μεταναστών στην Ευρώπη αλλά ούτε και τις υπόλοιπες ισλαμικές κοινότητες των Βαλκανίων παρά μόνο κάποιους ομοϊδεάτες και συνεργάτες του Cerić στο Sanjak (επίσης τον Enes Karic, Resid Hafizovic, καθηγητή στη Σχολή Ισλαμικών Σπουδών στο Σεράγεβο). Η δε Diyanet θεώρησε τις φιλοδοξίες του Cerić υπερβολικές. 

Είναι γεγονός ότι η ισλαμική ζωή απέκτησε μεγάλη ορατότητα στη δημόσια σφαίρα, πράγμα στο οποίο συνέβαλαν οι μεγάλες συγκεντρώσεις των πιστών στα τζαμιά, οι ομαδικές προσευχές σε δημόσιους χώρους κατά την περίοδο μεγάλων θρησκευτικών εορτών, η επιστροφή της μαντίλας στις μουσουλμάνες γυναίκες. Ωστόσο, η μαζική προσέλευση των πιστών στα τζαμιά μειώθηκε αισθητά τα επόμενα χρόνια.

Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της θρησκευτικότητας στους βαλκάνιους μουσουλμάνους, είναι έντονα ορατή στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πολλοί μιλούν για μια θρησκευτική αναγέννηση, για μια επιστροφή στο θρησκευτικό ή για την επανισλαμοποίηση των Βαλκανίων. Είναι γεγονός ότι η ισλαμική ζωή απέκτησε μεγάλη ορατότητα στη δημόσια σφαίρα, πράγμα στο οποίο συνέβαλαν οι μεγάλες συγκεντρώσεις των πιστών στα τζαμιά, οι ομαδικές προσευχές σε δημόσιους χώρους κατά την περίοδο μεγάλων θρησκευτικών εορτών, η επιστροφή της μαντίλας στις μουσουλμάνες γυναίκες. Ωστόσο, η μαζική προσέλευση των πιστών στα τζαμιά μειώθηκε αισθητά τα επόμενα χρόνια. Οι εμπόλεμες καταστάσεις, τα οικονομικά προβλήματα και η μετανάστευση για την εύρεση εργασίας σε άλλες χώρες διέκοψε το πρώτο κύμα ενθουσιασμού. Επιπροσθέτως, μία σημαντική μεταβολή στις θρησκευτικές πρακτικές των μουσουλμάνων σχετίζεται με την εξατομίκευση της θρησκείας εξαιτίας των πολλαπλών εκδοχών θρησκευτικότητας που εισήχθησαν από διαφορετικούς θρησκευτικούς δρώντες στα Βαλκάνια και της αλληλεπίδρασης με τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις. 

Αντί επιλόγου

Συμπερασματικά λοιπόν, θα λέγαμε ότι η εισαγωγή διαφόρων διεθνικών ισλαμικών κινημάτων στα Βαλκάνια συνέβαλε στη μεγάλη ποικιλία εκδοχών της ισλαμικής πίστης. Οι μουσουλμανικοί θεσμοί στα Βαλκάνια ‒ δηλαδή, οι ισλαμικές κοινότητες, το Γραφείο του επικεφαλής των ουλεμάδων (Riyaset), οι μουφτήδες, οι μεντρεσέδες, τα βακούφια και οι σχολές ισλαμικών σπουδών ‒ βρίσκονται μπροστά σε νέα δεδομένα. Οι ανταγωνιστικές αραβικές και τουρκικές ισλαμικές επιρροές στην προσπάθειά τους να κυριαρχήσουν στη θρησκευτική ζωή των βαλκάνιων μουσουλμάνων έχουν δημιουργήσει αναστάτωση στους παραδοσιακούς μουσουλμανικούς θεσμούς.

Η σουφική κληρονομιά αντιμετωπίζει επίσης δυσκολίες επιβίωσης λόγω έλλειψης κεφαλαίων και μείωσης του αριθμού των οπαδών, αλλά και εξαιτίας της αυστηρής στροφής του τουρκικού Ισλάμ που μαζί με το σαλαφικό έχουν απόλυτα αρνητική στάση απέναντι στις σουφικές παραδόσεις. Μπροστά στο κύμα των αλλαγών φαίνεται να είναι δύσκολη η ανασυγκρότηση των επίσημων ισλαμικών θεσμών στα Βαλκάνια, πρώτον γιατί υπάρχουν ενδο-ισλαμικές διαφοροποιήσεις (πχ. ενσωμάτωση ή όχι των σουφικών αδελφοτήτων) και δεύτερον γιατί η εθνογλωσσική ετερογένεια  των μουσουλμανικών πληθυσμών σε κάποιες περιπτώσεις εμποδίζει μια ενιαία στάση απέναντι στα προβλήματα, γεγονός που αφήνει περιθώρια δράσης στους συντηρητικούς σαλαφιστές ιεροκήρυκες. Επίσης, οι οικονομικές εξαρτήσεις από την Τουρκία και τις αραβικές χώρες και, κυρίως, το μεγάλο ποσοστό διαφθοράς στις κυβερνήσεις των κρατών που ζουν δεν επιτρέπουν προς το παρόν την πραγματοποίηση θεσμικών αλλαγών ή καινοτομιών.

Ως προς τη θρησκευτικότητα, παρατηρείται η εξατομίκευση της θρησκείας, εξαιτίας της ποικιλίας που προσφέρεται μέσα από τις δορυφορικές τηλεοράσεις και το διαδίκτυο και επομένως, υπάρχουν πολλοί τρόποι να ζει κανείς το Ισλάμ που σημαίνει την υπαγωγή του βαλκανικού Ισλάμ στο παγκόσμιο Ισλάμ. Στην εποχή που διανύουμε οι παγκόσμιες εξελίξεις τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα προς πολλές κατευθύνσεις. Πολλά νέα δεδομένα θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κατάστασης των μουσουλμανικών πληθυσμών στα Βαλκάνια, όπως για παράδειγμα:

1. Η εξέλιξη των υποψηφιοτήτων των βαλκανικών χωρών (Μαυροβούνιο, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και Κόσσοβο) για την ένταξή τους στην Ευρώπη

2. Η σχέση της Τουρκίας με την Ευρώπη

3. Η πορεία της ίδιας της Ευρώπης μέσα από την κρίση των θεσμών της και ο τρόπος διαχείρισης του μεταναστευτικού και η στάση της απέναντι στο Ισλάμ

4. Ο βαθμός εκδημοκρατισμού και η πάταξη της διαφθοράς στα ευάλωτα βαλκανικά κράτη

5. Η νέα αμερικανική ηγεσία και οι γεοπολιτικές ισορροπίες που θα αναπτυχθούν μελλοντικά συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της Κίνας και της Ρωσίας στα Βαλκάνια

Και τέλος, αλλά πολύ σημαντική η στάση της Εκκλησίας μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις.


Η Αικατερίνη Μάρκου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κοινωνικής και Ιστορικής Ανθρωπολογίας στο Βαλκανικό Χώρο στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Το παρόν κείμενο αποτελεί την παρέμβαση της Αικατερίνης Μάρκου στη Στρογγυλή Τράπεζα με θέμα «Το Ισλάμ στην Ελλάδα και την Ευρώπη» που διοργάνωσε η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, στο πλαίσιο της δράσης της Επιτροπής «Η Ελλάδα το 2040», στην Αλεξανδρούπολη στις 27 Σεπτεμβρίου 2021. 

Οι υπότιλοι του κειμένου ανήκουν στον επιμελητή του ιστολογίου.

To εικαστικό αποτελεί φωτογραφία του Kashfi Halford και απεικονίζει νεαρές μουσουλμάνες καθισμένες μπροστά από ένα τζαμί στο Σεράγιεβο.