Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΥ

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΥ

Η παρουσία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου στον απόηχο του πρώτου βυζαντινού ουμανισμού

Το έτος 2022 συμπληρώνονται, κατά την επικρατέστερη χρονολόγηση, χίλια χρόνια από την κοίμηση του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (949-1022). Ως εκ τούτου, η χρονιά αυτή συνιστά ένα έτος μνήμης και τιμής της σπουδαίας αυτής εκκλησιαστικής και θεολογικής προσωπικότητας, που στάθηκε στο σταυροδρόμι των δύο χριστιανικών χιλιετιών, σε μια εποχή σημαντικών κοινωνικών, πολιτισμικών αλλά και θρησκευτικών ανακατατάξεων του βυζαντινού κόσμου. Η πραγματοποίηση από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου προς τιμήν του, στις 26 με 29 Μαΐου του τρέχοντος έτους, κομίζει την ελάχιστη οφειλόμενη συνεισφορά στην ανάδειξη μιας γόνιμης θεολογικής παρουσίας, στον απόηχο του «Πρώτου Βυζαντινού Ουμανισμού». 

Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος είχε το προνόμιο να ζήσει σε μιαν εποχή αξιοσημείωτης ακμής του συνόλου, σχεδόν, των τομέων του δημόσιου βίου στο Βυζάντιο. Η παιδεία αναδιοργανώνεται με τα μεγάλα Πανεπιστήμια και τους εξέχοντες διδασκάλους. Η φιλοσοφία ανθεί, ενώ οι επιστήμες εξελίσσονται. Στο πλαίσιο της πολιτισμικής αυτής έκρηξης τοποθετείται ο βίος και η δράση του Νέου Θεολόγου, και από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί γέννημα της εποχής του, της καλούμενης περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Στο ποσοστό, όμως, που ο ίδιος σφράγισε την περίοδο αυτή με τη γόνιμη και πρωτοποριακή στην εκφορά της θεολογία του, αποτελεί, αναντίρρητα, έναν από τους συνδιαμορφωτές της εποχής του.

Η περίοδος του βίου και της πολιτείας του Συμεών του Νέου Θεολόγου, μπορεί να χαρακτηριστεί περίοδος μεγάλης θεολογικής και πνευματικής ωριμότητας. Ο προοδευτικός εξελληνισμός της αυτοκρατορίας, ο οποίος την περίοδο αυτή παρουσιάζεται έντονος, σε συνδυασμό με τον ουμανισμό της κουλτούρας και της διανόησης, συνιστούν μια προνομιακή βάση, πάνω στην οποία εξελίσσεται η πνευματική ζωή.

Οι μεγάλες και, προφανώς, καταλυτικές αλλαγές στο Βυζάντιο κατά την περίοδο του 11ου και 12ου αιώνα, όπως και όλες οι μεγάλες ιστορικές ανακατατάξεις, δεν προκύπτουν με τη μορφή ενός ιστορικού «εξαίφνης», ούτε υπακούουν σε κάποιον κοινωνικό και ιστορικό αυτοματισμό. Προοιωνίζονται, πολλές φορές, από μια σειρά προδρομικών γεγονότων που τις ερμηνεύουν. Η εν λόγω αναγέννηση, η οποία εκδηλώνεται δειλά –δειλά από τον 9ο αιώνα, στιγματίζεται τόσο από την εύρεση και διάδοση του χαρτιού, όσο και από τη διεύρυνση της μικρογράμματης γραφής. Την περίοδο, άλλωστε, αυτή εμφανίζεται και η αύξηση της αντιγραφικής παραγωγής στη μονή του Στουδίου. Το μοναστήρι, ήδη από τα χρόνια του ηγουμένου του Θεοδώρου, κοσμούνταν από πλούσια βιβλιοθήκη, και, μέρος της μοναστικής μεταρρύθμισης του αγίου Θεοδώρου, συνιστούσε η αντιγραφική εργασία των βιβλίων της. Οι κανόνες του Θεοδώρου προβλέπουν ποινές για τους αντιγραφείς μοναχούς που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, ενώ μια από τις οδηγίες της στουδιτικής Υποτύπωσηςεκφράζει την υποχρέωση των μοναχών να προσέρχονται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζουν βιβλία. Είναι προφανές ότι η προνομιακή θέση των βιβλίων και της ανάγνωσής στη μονή του Στουδίου, αντιπροσωπεύει την αρχόμενη την εποχή εκείνη αναγέννηση των ανθρωπιστικών σπουδών και εκφράζει την επισημανθείσα από τους ειδικούς διάθεση των εικονόφιλων θεολόγων, για έναν Χριστιανισμό ανοιχτό στη μάθηση, την τέχνη και την πολιτιστική ζωή. Όπως επισημαίνει ο Alfeyev, η διαφοροποίηση της μελέτης και της σπουδής στο πλαίσιο του αστικού μοναχισμού της εποχής, συνίσταται στο ότι αυτή γίνεται όχι με αποκλειστικό στόχο το προσωπικό όφελος των μοναχών αλλά και του πλήθους των λαϊκών που πνευματικά κατευθύνουν.  

Η όλη αυτή κινητικότητα  θα εκβάλει στον εγκυκλοπαιδισμό του 10ου αιώνα, μια πολιτισμική έκφανση που ξεπερνά την αγωνία και τις αναζητήσεις των χαρισματικών, πλην μεμονωμένων, προσωπικοτήτων και συνιστά μια συντεταγμένη, θα λέγαμε, αναγεννητική προσπάθεια, η οποία πηγάζει από την ίδια την αυτοκρατορική αυλή. 

Το έργο του εγκυκλοπαιδισμού συνίσταται στη συγγραφή νέων έργων, συγκέντρωση, αντιγραφή και διάσωση των παλιών, καθώς και στη συγκρότηση ποικίλων συλλογών (εγκυκλοπαιδειών), με θεματικό ή άλλο προσδιορισμό. Έτσι, έχουμε τη λεγόμενη «Αυτοκρατορική ή πολιτική εγκυκλοπαιδεία». Υπήρξε μήπως και κάποια θρησκευτική εγκυκλοπαιδεία; Το ερώτημα τίθεται από τους βυζαντινολόγους προκειμένου να περιγράψουν αλλά και να εντάξουν στην ανωτέρω προσπάθεια, τη σύνταξη του Μηνολογίου, που απασχόλησε τον Συμεών και την προσπάθεια για επίσημη και συντεταγμένη διαδικασία αναγνώρισης των αγίων. 

Οι ποικίλες αυτές κοινωνικοπολιτικές και πνευματικές συνιστώσες της εποχής αποτελούν το εφαλτήριο μιας πνευματικής ιδιοπροσωπίας που γεννιέται, της ιδιοπροσωπίας του νέου ελληνισμού. Μια ιδιοπροσωπία η οποία, εξίσου με τον προοδευτικό εξελληνισμό της αυτοκρατορίας, εντοπίζεται και στην προϊούσα εξατομίκευσή της.  

Κατά συνέπεια, η περίοδος του βίου και της πολιτείας του Συμεών του Νέου Θεολόγου, μπορεί να χαρακτηριστεί περίοδος μεγάλης θεολογικής και πνευματικής ωριμότητας. Ο προοδευτικός εξελληνισμός της αυτοκρατορίας, ο οποίος την περίοδο αυτή παρουσιάζεται έντονος, σε συνδυασμό με τον ουμανισμό της κουλτούρας και της διανόησης, συνιστούν μια προνομιακή βάση, πάνω στην οποία εξελίσσεται η πνευματική ζωή. Επιπλέον, ένα είδος «ολοκλήρωσης» της δογματικής χριστιανικής διδασκαλίας μετά την Εικονομαχία, οικοδομεί εκείνο το πλαίσιο της θεολογικής ωριμότητας που, ενώ δεν ταυτίζεται με την όποια θεολογική ακινησία, συγκροτεί ένα κεκτημένο της χριστιανικής ζωής.  

Οι ποικίλες αυτές κοινωνικοπολιτικές και πνευματικές συνιστώσες της εποχής αποτελούν, όπως, τουλάχιστον, το αντιλαμβάνονται οι ειδικοί, το εφαλτήριο μιας πνευματικής ιδιοπροσωπίας που γεννιέται, της ιδιοπροσωπίας του νέου ελληνισμού. Μια ιδιοπροσωπία η οποία, εξίσου με τον προοδευτικό εξελληνισμό της αυτοκρατορίας, εντοπίζεται και στην προϊούσα εξατομίκευσή της.  

Το πρόβλημα της εξατομίκευσης ως φαινόμενο του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, συνιστά ένα ζήτημα που εκφεύγει των ορίων της παρούσας διαπραγμάτευσης. Ποιες είναι, για παράδειγμα, οι θεωρητικές αρχές της διαδικασίας της εξατομίκευσης στην ιστορία και τον πολιτισμό και γιατί η εξατομικευτική διαδικασία αποτελεί de facto παράγοντα εξέλιξης και ανάπτυξης των κοινωνιών; Υπάρχει μήπως μια, κοινά αποδεκτή, θεωρία της κοινωνικής και ιστορικής προόδου, στη βάση της οποίας θα μπορούσε η εξατομίκευση να διεκδικήσει τη δικαίωσή της; Ο πρωταγωνιστικός ρόλος ενός συλλογικού υποκειμένου (λαού, έθνους, κράτους), στο ιστορικό προσκήνιο με όχημα την αποθέωση της ισχύος, ο οποίος φαίνεται σήμερα να υπηρετείται από την εξατομίκευση, συνιστά το απόλυτο τέλος της ιστορίας ή μήπως έναν εκφυλισμό της εκδίπλωσης του πνεύματος στην, υποτιθέμενη, ολοκλήρωσή του; Τα ερωτήματα αυτά, και τόσα άλλα, αποτελούν ανοικτά ζητήματα σ’ έναν διάλογο, που έχει πολύ δρόμο μπροστά του για να ολοκληρωθεί. 

Στο πλαίσιο αυτό, η δράση και η θεολογία του αγίου μας κατανοήθηκαν ως το κομβικό σημείο μετάβασης στον νεότερο ελληνισμό, με σημείο αιχμής την εξατομικευμένη σωτηριολογία του! Κατά συνέπεια η διδασκαλία του Συμεών θεωρήθηκε πως υπογράμμιζε την ατομική οδό προς σωτηρία. Οι αγαθοεργίες, η φιλανθρωπία, η καλλιέργεια των αρετών, δεν επαρκούσαν. Το είδος του ενάρετου μοναχού, που με την κρίση του μοναχισμού την εποχή αυτή δεν υποστηρίζονταν από τα πράγματα, δεν ήταν όμως αρκετό, για να εκφράσει και να εξαντλήσει το πνεύμα και το βάθος της μοναχικής ζωής. Έτσι, ο «μυστικισμός» του Συμεών, η κατανόηση δηλαδή του πιστού ως «μόνου προς μόνον» απέναντι στο Θεό, συνεπικουρούμενη από την ατομική του στάση απόλυτης υπακοής στον πνευματικό του πατέρα, θεωρήθηκε ότι αντανακλά την αυτόνομη θέση του ανθρώπου απέναντι στον αυτοκράτορα και το ιδιωτικό του «πρόσωπο» απέναντι στην κοινωνία. Στο ανωτέρω πλαίσιο ερμηνεύτηκαν η προσπάθεια του αγίου για ανάταξη του μοναχισμού της εποχής του, η διδασκαλία του για την ενσυνείδητη χάρη, η θεολογία του φωτός και τόσα άλλα.

Το σύνολο της θεολογικής σκέψης του αγίου εδράζεται, αξιοποιεί και αντανακλά την προγενέστερή του μοναχική και θεολογική παράδοση. Τόσο η ασκητική προσπάθεια με τελικό στόχο την κάθαρση από τα πάθη, την αποστροφή, δηλαδή, και εκδίωξη της αμαρτίας από τη ζωή του χριστιανού, όσο και η απαρέγκλιτη, προς το σκοπό αυτό, ακριβής τήρηση όλων των εντολών, συνιστούν αυτονόητες επιταγές της μοναστικής παράδοσης, αλλά και επανειλημμένες προτροπές του συνόλου των μεγάλων πατέρων και θεολόγων της Εκκλησίας.

Επιπλέον, στην παρουσία και δράση του αγίου, αναγνωρίστηκε η προσωπικότητα εκείνη που «φωτίζει τις επίσκιες διαβάσεις που οδήγησαν το Γένος από την μια του φάση στην άλλη…», στοιχώντας προς τον «Πρώτο Βυζαντινό Ουμανισμό», και θέτοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια μιας εξατομικεύσεως που ουδέποτε τελεσφόρησε στον τόπο μας. Έτσι, περί τον δέκατο αιώνα, η βυζαντινή κοινωνία εγγίζοντας  το κατώφλι της εκκοσμίκευσης, αναδεικνύει, παράλληλα προς την άνθιση των ανθρωπιστικών γραμμάτων, την πνευματική επανάσταση ενός Συμεών, κήρυκα της σωματικής (δηλαδή ατομικής) αισθήσεως του θείου φωτός. Η δε κορύφωση της πνευματικής αυτής ατμόσφαιρας θα εκβάλει στην παλαιολόγεια τέχνη, εκφαντορική και αυτή της εκκόλαψης του νέου ελληνισμού. Η αναγκαιότητα της εκκοσμικεύσεως συνιστά για κάποιους ερμηνευτές αναντικατάστατο όρο της εθνικής μας προκοπής, της δυνατότητάς μας, δηλαδή, να πρωταγωνιστήσουμε στην παγκόσμια σκηνή, με όρους αποτελεσματικότητας ανάλογους –αν όχι τους αυτούς –με τα μεγάλα σύγχρονα κράτη. Παρόμοια, ο βαθμός άρνησης εκ μέρους της Ανατολής του εγωκεντρικού ατόμου, την καθήλωσε στην «ανθρωπολογία του αμαρτωλού» και την οδήγησε στην προφανή της αδυναμία. 

Σε όλη αυτή την περίπλοκη διαδρομή της σκέψης, ο άγιος Συμεών θεωρείται πρωτοπόρος, όχι επειδή εκτιμώνται οι ασκητικές του διδαχές ή η επιτακτική του διδασκαλία περί της αναγκαιότητας δεξιώσεως του φωτός της χάριτος από την παρούσα ζωή, αλλά επειδή αναγνωρίζονται στη θεολογία του τάσεις μιας ατομιστικής σωτηριολογίας. Μιας σωτηριολογίας η οποία, εκκινώντας από τις μακαριανικές ανθρωπολογικές διορθώσεις, καταλήγει σε ατομική δυνατότητα θέωσης. Ο Νέος Θεολόγος, θα αξιοποιήσει την μακαριανική αλλά και την ωριγενική παράδοση και θα αναδείξει την διδασκαλία περί «αμέσου πνευματικής αισθήσεως του Θεού υπό τον όρο της θελήσεως και ασχέτως συμβατικής καθαρότητος», διαμορφώνοντας μια ατομική σωτηριολογία σύστοιχη της εκκοσμικεύσεως, που ήταν και το κύριο πρόταγμα της εποχής του. 

Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί πως, μια τέτοια θεώρηση του αγίου Συμεών, εγείρει σημαντικότατες επιφυλάξεις. Σ’ ό,τι αφορά μια προϊούσα εκκοσμίκευση της εποχής, η οποία, σε συνδυασμό με τις τάσεις συρρίκνωσης και εξελληνισμού της αυτοκρατορίας, αποτέλεσε, μαζί με τόσες άλλες ιστορικές συγκυρίες, τη μήτρα ανάδειξης του νέου ελληνισμού, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Και είναι εξίσου προφανές πως σ’ αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενταγμένη και η θεολογία του αγίου Συμεών, ήταν αδύνατο να μην επηρεαστεί και να μην προσλάβει ποικίλα στοιχεία που θα τη γονιμοποιήσουν θετικά και αρνητικά. Χρειάζεται, ίσως, μια ξεχωριστή μελέτη που να αναδείξει τις ωσμώσεις μεταξύ της θεολογίας του αγίου Συμεών και των εκκοσμικευτικών τάσεων της εποχής του, μακριά από όποιες ιδεολογικές προκατανοήσεις. 

Παρόλα αυτά, η άποψη ότι ο Συμεών εισάγει μια ατομική σωτηριολογία κατ’ ακολουθία προς τη σύγχρονή του εκκοσμικευόμενη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αποτελεί, το ολιγότερο, μια πρόχειρη και βεβιασμένη εκτίμηση, με μη ανιχνεύσιμη την επιστημονική τεκμηρίωση. Και αυτό διότι το σύνολο της θεολογικής του σκέψης και της πνευματικότητάς του, αντανακλά με σαφήνεια και λαγαρότητα την προ αυτού εκκλησιαστική παράδοση. Η δε παρατήρηση περί ατομικής σωτηριολογίας δεν μπορεί να αρκείται στην υποτιθέμενη συνάφεια της θεολογικής του σκέψης με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής του, ούτε να εξαντλείται σε υποκειμενικές προκατανοήσεις και ερμηνείες πτυχών της σκέψης του περί ενσυνείδητης χάρης και θέας του θείου φωτός. 

Το σύνολο της θεολογικής σκέψης του αγίου εδράζεται, αξιοποιεί και αντανακλά την προγενέστερή του μοναχική και θεολογική παράδοση. Και η παρατήρηση αυτή εγγίζει τα όρια του προφανούς. Τόσο η ασκητική προσπάθεια με τελικό στόχο την κάθαρση από τα πάθη, την αποστροφή, δηλαδή, και εκδίωξη της αμαρτίας από τη ζωή του χριστιανού, όσο και η απαρέγκλιτη, προς το σκοπό αυτό, ακριβής τήρηση όλων των εντολών, συνιστούν αυτονόητες επιταγές της μοναστικής παράδοσης, αλλά και επανειλημμένες προτροπές του συνόλου των μεγάλων πατέρων και θεολόγων της Εκκλησίας. Κατά συνέπεια, η  θέση πως ο Συμεών εγκαινιάζει μια θεολογία και μια πνευματικότητα της εναίσθησης «ασχέτως συμβατικής καθαρότητος», μόνον σε ελλιπή ή επιτηδευμένη ανάγνωση του έργου του μπορεί να αποδοθεί. Σ’ ό,τι, βέβαια, αφορά στην ενσυνείδητη δεξίωση της χάρης από τον πιστό, με μια επίγνωση που αναδεικνύει το ρεαλισμό της σχέσης Θεού και ανθρώπου και την προσωπική συνείδηση του ανθρώπινου υποκειμένου, πριν κανείς τις αποδώσει στις αξατομικευτικές τάσεις του 10ου -11ου αιώνα, καλό θα ήταν να τις αναζητήσει στη θεολογία ενός Γρηγορίου Θεολόγου, ενός Γρηγορίου Νύσσης ή του Μαξίμου του Ομολογητή. Η πραγματικότητα αυτή δεν αποτελεί εναίσθηση με την έννοια μιας υποκειμενικής αίσθησης της χάριτος, αμάρτυρης στη ζωή και την κοινωνική παρουσία του πιστού, η οποία, τελικά, ισοδυναμεί με ψευδαίσθηση. Αντιθέτως, εκφράζει στη θεολογία του Συμεών τη ρεαλιστική πραγμάτωση της κλήσης του ανθρώπου για χριστοποίηση και τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής πνευματικότητας για τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου, που είναι η θέωση. Την ίδια πορεία προσήλωσης στην πατερική παράδοση –με αφετηρία την αλεξανδρινή θεολογική σκέψη και κατάληξη τους μεγάλους πατέρες της κλασικής πατερικής παράδοσης όπως: τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Ψευδομακάριο, τον Ψευδοδιονύσιο, τον Δαμασκηνό και τον Μάξιμο κ.α. –οφείλει να ακολουθήσει ο ερευνητής και αναφορικά προς το ζήτημα της θέας του Θεού ως φωτός. 

Στην ανωτέρω προβληματική αυτονόητα εντάσσεται, οργανικά και ουσιαστικά, η μυστηριακή και δη η ευχαριστιακή συγκρότηση της σωτηριολογίας στη σκέψη του αγίου Συμεών. Η μυστηριακή και ευχαριστιακή συγκρότηση της σωτηριολογίας του Νέου Θεολόγου, χωρίς να καταργεί την ενεργό συμμετοχή του κάθε χριστιανού δια μέσου του προσωπικού πνευματικού αγώνα και της, εν γένει, εμπροϋπόθετης συμμετοχής του, βρίσκεται, καταφανώς, στους αντίποδες μιας ατομιστικής σωτηριολογίας.  


Ο Δρ. Θεόφιλος Αμπατζίδης είναι θεολόγος-εκπαιδευτικός, επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Το παρόν άρθρο αποτελεί το πρώτο μέρος διάλεξης που παραχώρησε ο συγγραφέας στη σειρά ηλεκτρονικών διαλέξεων «Καιρός του ποιήσαι ΙΙ» που διαργανώνει η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Το εικαστικό προέρχεται από την ψηφιδωτή διακόσμηση βυζαντινής εκκλησίας του 7ου αι. στην περιοχή Ναχαρίγια του Βορείου Ισραήλ.