ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ

Θεολογικά και ποιμαντικά ζητήματα με αφορμή την πανδημία

Τά θεολογικά καί ποιμαντικά θέματα πού ἄνοιξε ἡ περιπέτεια τῆς πανδημίας, τά προβλήματα, οἱ διαφωνίες ἤ και ἡ σύγχυση πού παρατηρήθηκε δέν εἶναι ἀπολύτως καινούργια. Εἶναι ἐν πολλοῖς παλιά ζητήματα στά ὁποῖα ἡ παροῦσα κρίση ἔριξε φῶς. Εἶναι μᾶλλον τά συμπτώματα καί ὄχι ἡ ἀσθένεια. Ἐάν θέλουμε νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τά ποιμαντικά προβλήματα πού ἀνέδειξε ἡ πανδημία, προϋπόθεση εἶναι νά κάνουμε διάγνωση τῶν λανθανόντων θεολογικῶν θεμάτων ὥστε, ἀναγνωρίζοντάς τα, νά τά θεραπεύσουμε[1]. Ἡ διάγνωση πού προτείνεται παρακάτω δέν ἔχει χαρακτήρα ὁριστικό. Εἶναι πρόταση γιά συζήτηση. Τά θέματα αὐτά θά μποροῦσαν νά κατηγοριοποιηθοῦν σέ τρία ζητήματα πού ἔχουν νά κάνουν πρῶτον μέ τό πῶς κατανοοῦμε τήν Ἐκκλησία, δεύτερον μέ τήν πνευματική ἤ λατρευτική ζωή καί τρῖτον μέ τήν σχέση Ἐκκλησίας καί κοινωνίας.

Ὑπακοή σέ «ποιά Ἐκκλησία»;

Ἀκούστηκε ἰδιαίτερα στίς συζητήσεις μέ ἀφορμή τά περίφημα μέτρα κατά τῆς διάδοσης τῆς ἀσθένειας ὅτι πρέπει οἱ χριστιανοί νά κάνουν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία. Ποιά εἶναι ὅμως αὐτή ἡ «Ἐκκλησία»; Ὅσοι ἐπικαλοῦνται αὐτή τήν ἀρχή ἔχουν στό νοῦ τους συνῆθως αὐτό πού ὀνομάζουμε διοικοῦσα Ἐκκλησία, δηλαδή τήν Ἱερά Σύνοδο καί τούς κατά τόπον Μητροπολῖτες, οἱ ὁποίοι ἐν πολλοῖς υἱοθέτησαν τά μέτρα πού ἔλαβε καί λαμβάνει ἡ πολιτεία γιά νά ἀντιμετωπίσει τήν κατάσταση. Ὅμως ἕνα μέρος τῶν θρησκευόμενων Ἑλλήνων θεώρησε ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος δέν ἀποφάσισε σωστά, ἔχοντας ὑποκύψει σέ πιέσεις ἤ σέ συμφωνίες μέ τό κράτος. Ἄλλωστε, οἱ συνοδικές ἀποφάσεις γενικά δέν λαμβάνονται ἀπό τούς ἴδιους καθοριστικά ὑπόψη. Ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά ποῦμε πώς τό ὅτι πολλοί πιστοί δέν ἔχουν σέ «ὑπόληψη» τήν Ἱερά Σύνοδο δέν εἶναι τωρινό φαινόμενο. Ἐδῶ καί πάρα πολλά χρόνια καλλιεργεῖται μέ εὐθύνες πολλῶν.

Τό πρόβλημα ξεκινάει ἀπό τό γεγονός ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί ζοῦν τήν χριστιανική ἤ πνευματική τους ζωή δίχως νά θεωροῦν ἀπαραίτητη τήν ἀναφορά σέ ἐπίσκοπο ἤ σύνοδο. Πρίν λίγο καιρό, ὁ π. Βασίλειος Χαβάτζας, κληρικός τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, δημοσίευσε ἕνα κείμενο μέ τόν ἀποκαλυπτικό καί ἐπιτυχῆ τίτλο «Τά ὑποκείμενα νοσήματα τῆς Ἐκκλησίας»[2]. Τό κείμενο πού κυκλοφόρησε εὑρέως στό διαδίκτυο ἀξίζει νά διαβαστεῖ. Ἄς δώσουμε τόν λόγο στόν π. Βασίλειο: 

«Όταν οι πιστοί διαπαιδαγωγούνται με το κλισέ «ό,τι μας πει ο πνευματικός μας», είναι ενδεχόμενο να αναζητούν μια τέτοια καθοδήγηση και σε ένα ζήτημα το οποίο καμία σχέση δεν έχει με την πνευματική ζωή, όπως για παράδειγμα ο εμβολιασμός. Το λειτούργημα του πνευματικού υπάρχει βέβαια μέσα στην εκκλησία. Ανάλογα με την πορεία ζωής του κάθε ανθρώπου, ο πνευματικός δίνει και εξατομικευμένες συμβουλές για τα πνευματικά ζητήματα. Ασκώντας εκκλησιαστικό λειτούργημα που του έχει ανατεθεί και φυσικά, ασκώντας το όχι αυτόνομα, αλλά στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινότητας. Το λάθος εν προκειμένω ήταν ότι υπήρξαν πνευματικοί που ανταποκρίθηκαν στο αίτημα μιας τέτοιας καθοδήγησης, για ένα θέμα που δεν είχε κανένα πνευματικό περιεχόμενο. Το τραγικό ήταν ότι έχοντας πλήρη άγνοια, οδήγησαν καλόπιστους ανθρώπους σε επικίνδυνες ή και μοιραίες επιλογές. Το κωμικοτραγικό ήταν ότι θεώρησαν ότι μπορούν να ασκούν το εκκλησιαστικό αυτό λειτούργημα όχι μόνο σε διάσταση, αλλά και σε απόλυτη αντίθεση με την εκκλησία: προέτρεπε η Ιερά Σύνοδος τους πιστούς να εμβολιαστούν (όχι ως ιατρική συμβουλή, αλλά -λαμβανομένων υπόψη των επιστημονικών απόψεων- ως στάση υπευθυνότητας απέναντι στην κοινωνία) και εμφανιζόταν «πνευματικός» να λέει ότι θα αποκόψει από την Θεία Κοινωνία αυτούς που θα εμβολιαστούν.»

Ποτέ στήν Ἐκκλησία δέν θεωρήθηκε ἀλάθητη ἠ προσωπική ἄποψη κανενός. Δυστυχῶς πέρασε στή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων ὅτι ἐπειδή αὐτό τό εἶπε λ. χ. ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶναι ἀναμφισβήτητο. Καί ἔστω ὅτι τό εἶπε ὄντως ὁ Ἅγιος. Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι στό μυαλό πολλῶν πιστῶν ἡ γνώμη τοῦ τάδε ὀνομαστοῦ Ἁγιορείτου (ἄν δέ αὐτή ἔχει διασταυρωθεῖ εἶναι ἄλλο ζήτημα) βαραίνει πολύ περισσότερο ἀπό τήν γνώμη τῶν δώδεκα μητροπολιτῶν τῆς Διαρκοῦς.

Ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Κατά μία παράδοξη σύμπτωση, συμβαίνει πνευματικοπαίδια συγκεκριμένων πνευματικῶν νά εἶναι ἀνεμβολίαστοι, ὅπως και οἱ πνευματικοί τους. Τό ζήτημα δέν εἶναι τό ἐμβόλιο. Τό ζήτημα εἶναι πρῶτον ὅτι τό ἐμβόλιο ἔγινε θέμα τῆς πνευματικῆς σχέσης ἐξομολόγου καί ἐξομολογουμένου. Καί δεύτερον, ὅτι ἀντιγράφουμε στήν ἐνοριακή ζωή τήν ὑπακοή ὅπως αὐτή ἀσκεῖται στό πλαίσιο τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Ὑπάρχει τόσο συχνά σύγχυση ἀνάμεσα στήν μοναχική ὑπακοή πού εἶναι θεία ὑπόσχεση ζωῆς καί ἀφορᾶ τήν παραμικρή λεπτομέρεια τῆς καθημερινότητας καί στήν πνευματική ὑπακοή – δηλαδή στήν χωρίς δέσμευσητήρηση τῶν συμβουλῶν τοῦ πνευματικοῦ πατέρα γιά θέματα πού ἅπτονται τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα, ὁ ὁποῖος σκοπό ἔχει νά κάνει τόν πιστό ὄχι ἐξαρτώμενο ὀπαδό ἀλλά ἐλεύθερο παιδί τοῦ Θεοῦ.

Στήν νοσηρή αὐτή κατάσταση, πού ἔχει ὀνομαστεῖ καί γεροντισμός, ἔρχεται νά προστεθεῖ ἡ ἀνάδειξη ὠς αὐθεντίας τοῦ κάθε Ἁγίου ἤ τοῦ κάθε ἁγιορείτου πατέρα. Προσοχή : αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ λόγος ἑνός Ἁγίου ἤ ἑνός ἁγιορείτου γέροντα δέν ἔχει βαρύτητα, σίγουρα πολύ περισσότερη ἀπό τόν δικό μου ! Ὅμως ξεχνᾶμε ὅτι ποτέ στήν Ἐκκλησία δέν θεωρήθηκε ἀλάθητη ἠ προσωπική ἄποψη κανενός. Στά πιό σημαντικά θέματα, δηλαδή τά δογματικά, ἡ Ἐκκλησία πάντοτε βασίστηκε στήν συμφωνία τῶν Πατέρων, στο consesus patrum. Δυστυχῶς πέρασε στή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων ὅτι ἐπειδή αὐτό τό εἶπε λ. χ. ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶναι ἀναμφισβήτητο. Καί ἔστω ὅτι τό εἶπε ὄντως ὁ Ἅγιος. Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι στό μυαλό πολλῶν πιστῶν ἡ γνώμη τοῦ τάδε ὀνομαστοῦ Ἁγιορείτου (ἄν δέ αὐτή ἔχει διασταυρωθεῖ εἶναι ἄλλο ζήτημα) βαραίνει πολύ περισσότερο ἀπό τήν γνώμη τῶν δώδεκα μητροπολιτῶν τῆς Διαρκοῦς. Κατά μία ἄρρητη συνθήκη, ὁ μέν εἶναι σίγουρα ἅγιος, οἱ δέ μόνο αὐτοαποκαλοῦνται ἅγιοι (!).

Διερωτῶται κανείς γιατί θέλγονται τόσο συχνά οἱ ἄνθρωποι ἀπό γεροντάδες καί τούς ἐκχωροῦν τήν ἐλευθερία τους; Πολλά ἴσως θα μποροῦσαν νά εἰπωθοῦν, ἀλλά μία πρώτη ἀπάντηση βρίσκεται στά ὅσα γράφει περί ἐλευθερίας ὁ Ντοστογιέφσκυ στό «Μύθο τοῦ μεγάλου ἱεροεξεταστή» στούς Ἀδελφούς Καραμάζωφ[3]. Θά ἤθελα νά τονίσω ὅτι τό θέμα δέν εἶναι νά δικαιώσουμε τούς μητροπολίτες (δέν κάνω τόν συνήγορό τους) καί νά ὑποβαθμίσουμε τούς ἁγιορεῖτες πατέρες, στούς ὁποίους προσωπικά τρέφω πολύ μεγάλο σεβασμό. Τό πρόβλημα εἶναι οὐσιαστικό. Ἐπιτρέψτε μου να παραθέσω καί πάλι τόν π. Βασίλειο.

«Όταν οι χριστιανοί έχουν εμποτισθεί με την λανθασμένη εικόνα του Αγίου ως φωτεινού παντογνώστη, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα, φανερά και κρυφά, παρόντα και μέλλοντα, είναι επόμενο να μην ικανοποιούνται με τη λογική και αντικειμενική παρουσίαση των γεγονότων. Στη συζήτηση ενός θέματος μαθαίνουν να μην αναζητούν την αλήθεια, αλλά τη γνώμη (πραγματική ή φανταστική) κάποιου αγίου ή απλώς κάποιου φημισμένου γέροντα. Παραβλέποντας ότι ο άγιος τιμάται για την πορεία του αγιασμού του και όχι για τις απόψεις του, οι οποίες μπορεί να ήταν και λανθασμένες. Η Καινή Διαθήκη μιλάει ανοιχτά για την λανθασμένη αντίληψη που κατ’ αρχήν είχε ο Απόστολος Πέτρος για τον τρόπο αποδοχής των εθνικών στην εκκλησία. Και η εκκλησιαστική ιστορία μάς υπενθυμίζει περιπτώσεις αγίων, των οποίων κάποιες θεολογικές αντιλήψεις απορρίφθηκαν από την εκκλησία. Πόσο μάλλον οι γεωπολιτικές τους εκτιμήσεις, οι απόψεις τους για ιατρικά θέματα κλπ. Πώς προέκυψε στα τελευταία χρόνια η αντίληψη ότι η αγιότητα του βίου μεταβάλλει τον άνθρωπο σε υπερφυσικό όν, το οποίο γνωρίζει τα πάντα, είναι θέμα έρευνας και μελέτης.»

Οι σύγχρονοι ἅγιοι γεροντάδες πού ἦταν ὄντως διορατικοί, συνῆθως ἀπεύφευγαν νά δείχνουν τό χάρισμά τους, ἀμφέβαλλαν ταπεινά γιά τόν λογισμό τους (γι΄αὐτό πάντα ρωτοῦσαν τούς ἄλλους) καί σίγουρα ποτέ δέν ἔδιναν γενικά γραμμή στούς ἀνθρώπους γιά κάποιο θέμα.

«Σχετική είναι και η αντίληψη ότι οι μοναχοί και μάλιστα οι αγιορείτες μοναχοί κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Ο μοναχισμός έχει βέβαια ξεχωριστή θέση μέσα στην εκκλησία. Και οι μοναχοί, με την απόφαση της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στον Θεό και την πείρα που αποκτούν σταδιακά με τον επίμονο πνευματικό αγώνα, γίνονται για εμάς τους υπολοίπους παραδείγματα για την πνευματική ζωή. Αυτό όμως δεν σημαίνει κάτι για τις απόψεις τους, τις προβλέψεις τους, τις τοποθετήσεις τους για θέματα που προφανώς δεν γνωρίζουν. Ούτε άλλωστε οι θεολογικές τους τοποθετήσεις αποκτούν αυτόματα κάποιο κύρος αυθεντίας: από τα μοναστήρια βγήκαν άγιοι και μεγάλοι θεολόγοι της εκκλησίας, από τα μοναστήρια βγήκαν και μεγάλοι αιρετικοί. Μοναχός μπορεί να γίνει όποιος επιλέξει αυτή την πορεία, χωρίς αυτό να εγγυάται τίποτα για την ορθότητα των απόψεών του ή την διαύγεια της κρίσης του. Συναντάει κανείς σε μοναστήρια ανθρώπους βαθιάς καλλιέργειας και νοητικής επάρκειας. Συναντάει όμως και αγαθούς μοναχούς με μια αφελή αντίληψη. Οι δεύτεροι μπορεί με την ταπείνωσή τους να αγιάσουν νωρίτερα από τους πρώτους. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα τους συμβουλευθούμε για το εμβόλιο. Και ούτε η ιδιότητα του «αγιορείτη» μοναχού αποτελεί τεκμήριο αληθείας (πόσο μάλλον όταν συνοδεύει απλώς την υπογραφή κάποιου, χωρίς να έχει καν σχέση με τον τόπο διαμονής του).»

Ἄς προσθέσουμε στά τόσο εὔστοχα αὐτά σχόλια ὅτι σύγχρονοι ἅγιοι γεροντάδες πού ἦταν ὄντως διορατικοί, συνῆθως ἀπεύφευγαν νά δείχνουν τό χάρισμά τους, ἀμφέβαλλαν ταπεινά γιά τόν λογισμό τους (γι΄αὐτό πάντα ρωτοῦσαν τούς ἄλλους) καί σίγουρα ποτέ δέν ἔδιναν γενικά γραμμή στούς ἀνθρώπους γιά κάποιο θέμα. Ἀντίθετα, σήμερα, λίγο-πολύ οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν κάθε γέροντα ὅτι εἶναι φωτισμένος καί διορατικός ἄρα ξέρει καί ἀποφαίνεται ὀρθῶς ἐπί παντός τοῦ ἐπιστητοῦ.

Δέν θά πρέπει, πιστεύουμε, νά ἑρμηνεύσουμε τό πρόβλημα ἁπλά καί μόνο ὡς μία διαμάχη ἱερέων καί μοναχῶν-πνευματικῶν, ἀν καί ἀποτελεῖ βέβαια ἔκφανση τοῦ παλιοῦ ζητήματος τῆς σχέσης θεσμοῦ καί χαρίσματος. Πρέπει ἐξάπαντος οἱ κληρικοί νά κάνουμε τήν αὐτοκριτική μας καί νά δοῦμε γιατί σήμερα ἔχουμε ἐκπέσει στά μάτια καί τήν ὑπόληψη τῶν χριστιανῶν, σέ ἀντίθεση μέ τούς μοναχούς πού ἐνσαρκώνουν γι΄αὐτούς τό αὐθεντικό, τό ἀσυμβίβαστο, τό γνήσιο.

Τό βαθύτερο, ὡστόσο, πρόβλημα εἶναι ἡ ἔλλειψη συνοδικότητας στήν «βάση», στήν ἴδια τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα. Ἡ συνοδικότητα δέν ἀφορᾶ μόνο τούς ἐπισκόπους, ἀφορᾶ πρωτίστως τήν τοπική Ἐκκλησία. Οἱ ἐκκλησιαζόμενοί μας, ἀμφιβάλλω, ἐάν ἔχουν συναίσθηση ὅτι ἀποτελοῦν μία κοινότητα πού ἔχει ἐπικεφαλής τόν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος περιστοιχίζεται ἀπό τό συμβούλιό του, πού τό ἀποτελοῦν οἱ ἱερεῖς. Ὁ ἐπίσκοπος ὅταν πηγαίνει στήν Σύνοδο μεταφέρει τό βίωμα, τήν κοινή συνισταμένη τῆς κοινότητάς του, μέ τήν προϋπόθεση, βέβαια, ὅτι τήν ἀφουγκράζεται, τήν συνοψίζει καί τήν ἀνακεφαλαιώνει στό πρόσωπό του. Ὁ Ἅγιος Κυπριανός Καρθαγένης ἔλεγε ὅτι ποτέ δέν πήρα ἀπόφαση προτοῦ συμβουλευθῶ τούς ἱερεῖς μου καί ἀκούσω τόν λαό μου[4]. Ἄραγε οἱ προσωπικές ἐκτιμήσεις κάποιων ἐξ ἡμῶν τῶν ἱερέων ἤ κάποιων ἀξιοσέβαστων ἁγιορειτῶν πατέρων οἱ σχετικές μέ τήν πανδημία ἀφοροῦν σέ ἕνα τόσο μεῖζον ζήτημα πού ἀξίζει νά διασπάσει τήν ἑνότητα μίας κοινότητας ἤ τό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας; Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ προφητική ρήση τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὅτι «δέν κινδυνεύει ἠ πίστη ἀλλά οἱ πιστοί» νά μή φανεῖ ἀδιάφορη σέ τόσους πιστούς, οἱ ὁποίοι κατηχοῦνται χρόνια τώρα ὅτι ὁ Βαρθολομαῖος εἶναι «οἰκουμενιστής» (χωρίς νά ξέρουν κιόλας τί σημαίνει οἰκουμενιστής!); Τά θέτω ὡς ἐρωτήματα γιά συζήτηση.

Ὑπάρχει ἐδῶ, κατά τήν γνώμη μου, πρόβλημα ταυτότητας. Πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Σέ ποιόν θά κάνω ὑπακοή; στόν πνευματικό μου; στόν κατά πάντα ἀξιοσέβαστο ἁγιορείτη γέροντα; στόν ἐπίσκοπο; στήν Ἱερά Σύνοδο; Νομίζω ὅτι δέν τά ἔχουμε ξεκαθαρίσει αὐτά τά ἐρωτήματα. Μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νά ξεκινήσουμε τήν κατήχηση μέ ἐκκλησιολογία. Τί σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πραγματώνεται σέ ἕναν τόπο; Τί χρειάζεται ὁ ἐπίσκοπος; Γιατί ἡ τοπική Ἐκκλησία εἶναι ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ «Πιστεύω»;

Ἡ μαγική ἀντίληψη τῆς πίστης

Τό μεγάλο ἐρώτημα πού μονοπώλησε συζητήσεις ἐπί συζητήσεων εἶναι ἐάν κολλάει ὁ κορωνοϊός μέσα στόν Ναό. Δέν θά μποῦμε στόν κόπο νά ἐπαναλάβουμε αὐτονόητα πράγματα. 

Τό πρόβλημα ἐδῶ εἶναι ὅτι ἔχουμε ἐδῶ καί πολλά χρόνια καλλιεργήσει μία μαγική ἀντίληψη γιά τήν πίστη καί τήν θρησκευτικότητα, σέ συνδυασμό μέ τήν ὑπάρχουσα πάντοτε τάση στόν ἄνθρωπο πρός τή δεισιδαιμονία. Ἡ πίστη βασίζεται σέ ἀνεξήγητα ὑπερφυσικά γεγονότα πού δέν χωροῦν ἀμφισβήτηση καί ἐξαντλεῖται στήν ἀποδοχή τους. Ἔχουμε ἀνεπίγνωστα διαπαιδαγωγήσει τούς πιστούς ὅτι ἀρκεῖ νά προσκυνήσουν μία θαυματουργή εἰκόνα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἐάν τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἔρχονται οἰ ἄνθρωποι καί μᾶς ζητοῦν ἁγιασμό, εὐχέλαιο, νά διαβάσουμε βασκανία ἤ μία εὐχή γιά να ξορκίσουμε το κακό, και δέν τούς ἐξηγοῦμε συχνά ὅτι αὐτά «πάνε πακέτο» μέ ἄλλα πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι τά βλέπουν ἀποκεκομμένα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή και ἐπιζητοῦν αὐτόματα ἀποτελέσματα ἀπό ἱερατικές πράξεις, χωρίς οἱ ἴδιοι νά κάνουν κάτι ἄλλο.

Μαγική ἀντίληψη ὑπάρχει ἐκεῖ πού ἡ σχέση αἰτίου αἰτιατοῦ εἶναι αὐτόματη, ἕνας ἀλγόριθμος, κάτι πού συμβαίνει μέ τρόπο νομοτελειακό καί ἀναπόδραστο. Ἄς θυμηθοῦμε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλους στήν Α΄ Κορινθίους (11, 27-32), ὅπου μιλᾶ γιά τίς συνέπειες ἀπό τήν θεία μετάληψη. Ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται ὄχι μόνο στή σχέση μεταξύ τῆς πνευματικῆς κατάστασης τοῦ πιστοῦ καί τῆς Εὐχαριστίας, ἀλλά καί στήν παιδευτική δράση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Σχολιάζοντας αὐτό τό χωρίο ὁ θεολόγος Θανάσης Παπαθανασίου γράφει : «Ἄρνηση τοῦ μυστηρίου δέν συνιστᾶ μόνο ἡ ἀπόρριψη τοῦ μυστηρίου ἀλλά καί τό στρίμωγμά του στό τσεπάκι τοῦ θρησκευόμενου. (…) Ἄν οἱ Κορίνθιοι ἀπαντοῦσαν στόν Παῦλο ὅτι ἀποκλείεται νά κολλήσουν, ἐπειδή πρόκειται γιά σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ κλπ., ἁπλῶς θά φανερωνόταν ὅτι ὑπέτασσαν τό ζωντανό Θεό στήν εὐημερία, θεωρώντας τον δεσμευμένο στήν ἐξασφάλισή της, βρέξει-χιονίσει. Ὄμως ἕνας Θεός μή-ἐλεύθερος, δέν εἶναι ὁ ὄντως Θεός. Ἀντιθέτως, μία φράση τοῦ τύπου «θά κοινωνήσω, κι ὁ Θεός βοηθός» εἶναι σύστοιχη πρός τό μυστήριο, ἐφ΄ὅσον δηλώνει αὐτοπαράδοση στόν ζωντανό Θεό.»[5]

Ἡ πίστη βασίζεται σέ ἀνεξήγητα ὑπερφυσικά γεγονότα πού δέν χωροῦν ἀμφισβήτηση καί ἐξαντλεῖται στήν ἀποδοχή τους. Ἔχουμε ἀνεπίγνωστα διαπαιδαγωγήσει τούς πιστούς ὅτι ἀρκεῖ νά προσκυνήσουν μία θαυματουργή εἰκόνα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἐάν τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.

Μοιάζει σάν νά μήν ἔχουμε περάσει στούς ἀνθρώπους τό δίδαγμα τοῦ δεύτερου πειρασμοῦ στό κατά Ματθαῖον «οὐκ  ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου» (Ματθ. 4, 7)[6]. Ἄραγε τί ρόλο διαδραματίζει ἡ Καινή Διαθήκη στήν ποιμαντική μας; Πόσο ἡ Γραφή διαποτίζει τήν θρησκευτικότητα τῶν ἀνθρώπων; Ἄν θέλουμε καί πάλι νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέ τούς ἐαυτούς μας, ἡ μαγική θρησκευτικότητα εἶναι πιό εὔκολη καί γιά τούς πιστούς καί γιά ἐμᾶς τούς ἱερεῖς, πιό προσοδοφόρα γιά ἐμᾶς καί πιό ἑλκυστική γιά αὐτούς. Ἄλλο ἕνα, λοιπόν, ποιμαντικό ζήτημα πού πρέπει νά συζητήσουμε.

Σχέση Ἐκκλησίας καί κοινωνίας

Ἕνα κεφάλαιο τῶν συζητήσεων γιά τήν πανδημία ἦταν ἡ θεωρούμενη ἐχθρική στάση τῆς πολιτείας πού «ἔκλεισε τίς ἐκκλησίες». Τό ζήτημα πού ὑφέρπει ἐδῶ δέν εἶναι μόνο οἱ σχέσεις Κράτους-Ἐκκλησίας, ἡ δῆθεν συνωμοσία γιά νά πληγεῖ ἡ Ὀρθοδοξία, οἱ ἄθεοι πού τά βάζουν μέ τήν Ἐκκλησία κλπ. Προφανῶς καί ὑπάρχει ἀνιεκκλησιαστική προκατάληψη, μία ἀντιθρησκευτική καί ἀντικληρική κουλτούρα πού περιγελᾶ τήν θρησκευτικότητα. Πρόσφατα, ὁ Ἁγιασμός γιά καινούργια ἀεροπλάνα ἔγινε ἀντικείμενο κοροϊδίας ἀπό «προοδευτικούς» ἀρθογράφους, θεωρήθηκε ὅτι δέν ἦταν τίποτε ἄλλο ἀπό μεσαιωνικός σκοταδισμός καί θύμα του μία πολιτεία δεμένη ἀπό τήν θεοκρατία[7].

Πέρα ἀπό ὅλα αὐτά, τό σημαντικό ζήτημα εἶναι ἡ σύγχυση πού ἀνομολόγητα κυριαρχεῖ στό μυαλό μας μεταξύ πιστῶν καί πολιτῶν τῆς ὀρθόδοξης Ἑλλάδας. Ὅπως τό ἔγραψε πάλι ὁ Παπαθανασίου «Ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα δέν ταυτίζεται μέ τήν ὅλη κοινωνία. Αὐτό εἶναι μία ἁπλή ἀλήθεια, καθόλου καινούργια, τήν ὁποία ὅμως δέν κατανοοῦν πολλοί ἐκκλησιαστικοί, οἱ ὁποίοι καί θεωροῦν αὐτοδικαίως ποίμνιό τους ὁλόκληρη τήν κοινωνία»[8]. Αὐτή ἡ ταύτιση συμβαίνει συχνά στίς παραδοσιακά ὀρθόδοξες χῶρες. Ἄς τό ἀναφέρουμε πολύ τηλεγραφικά ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἡ θεολογική συζήτηση γιά τή σχέση Ὀρθοδοξίας καί νεωτερικότητας ἤ μετανωτερικότητας, δηλαδή τό πρόβλημα ὅτι τό μοντέλο τῆς σχέσης Ὀρθοδοξίας καί κοινωνίας εἶναι προνεωτερικό, δηλαδή δέν περιλαμβάνει τήν χειραφέτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν θρησκευτική ὀργάνωση τῆς κοινωνίας[9]. Στό συλλογικό μας ὑποσυνείδητο ὑπάρχει ἕνα βυζαντινό μοντέλο ἁρμονικῆς σχέσης Ἐκκλησίας καί Πολιτείας πού ὅμως εἶναι ἐξιδανικευμένο. Ξεχνάμε ὅτι τόν Μέγα Ἀθανάσιο ἤ τόν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο τούς ἐξόρισαν οἱ «εὐσεβέστατοι» αὐτοκράτορες.

Γιά νά ἔρθουμε στό σήμερα καί στήν ποιμαντική μας, ἄραγε στήν διδασκαλία μας ἤ στίς συζητήσεις μας λαμβάνουμε ὑπ΄ὄψιν μας ὅτι ἡ πίστη μας δέν εἶναι πασιφανής καί δεσμευτική γιά τούς πάντες; Μοῦ ἔλεγε σέρβος φίλος, στην πρώτη καραντίνα, ὅτι ἕνας κοσμικός δέν καταλαβαίνει γιατί νά ἐπιτρέπεται στόν χριστιανό νά πάει στήν ἐκκλησία του καί αὐτοῦ νά τοῦ ἀπαγορεύεται νά πάει στό θέατρο. Ζοῦμε σέ μία ἐκκοσμικευμένη κοινωνία καί τά ἐπιχειρήματά μας ἐντός Ἐκκλησίας δέν μποροῦν νά χρησιμοποιηθοῦν στούς ἐκτός. Ἕνα θέμα πού πρέπει νά συζητήσουμε εἶναι πῶς ἡ γλώσσα πού θά χρησιμοποιήσουμε μπορεῖ νά φέρει κάποιους ἀπό τούς ἐκτός ἐντός…

Ἀφοῦ διευκρινίσουμε τό θέμα κοινότητες καί κοινωνία, μποροῦμε νά ἀγγίξουμε ἕνα παρεμφερές πού ἀφορᾶ τή σχέση Ἐκκλησίας καί κοινωνίας: ἡ ἀχρείαστη ἀγωνιστικότητα καί καχυποψία. Θά παραθέσω πάλι τό ἴδιο ἄρθρο τοῦ π. Βασιλείου Χαβάτζα.

Γιά νά ἔρθουμε στό σήμερα καί στήν ποιμαντική μας, ἄραγε στήν διδασκαλία μας ἤ στίς συζητήσεις μας λαμβάνουμε ὑπ΄ὄψιν μας ὅτι ἡ πίστη μας δέν εἶναι πασιφανής καί δεσμευτική γιά τούς πάντες; Ζοῦμε σέ μία ἐκκοσμικευμένη κοινωνία καί τά ἐπιχειρήματά μας ἐντός Ἐκκλησίας δέν μποροῦν νά χρησιμοποιηθοῦν στούς ἐκτός.

«Η περιπέτεια της πανδημίας ανέδειξε και το φαινόμενο ενός αριθμού χριστιανών οι οποίοι είναι με τα πάντα καχύποπτοι. Κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο καχύποπτος. Εδώ όμως πρόκειται για συλλογικό φαινόμενο: κάποιοι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να είναι αρνητικοί με όλους και με όλα. Δεν μπορεί οι πολιτικοί να μην είναι διεφθαρμένοι, αποκλείεται στα μέσα ενημέρωσης να ακουστεί κάποια αλήθεια, όλοι είναι δέσμιοι συμφερόντων, όλοι έχουν δόλιους σκοπούς, πίσω από όλα κρύβονται οι μασόνοι κλπ. Κι αυτή η ακραία κακοπιστία, αυτή η μαζική κατάκριση των πάντων, εκλαμβάνεται ως χριστιανική αρετή. Από ανθρώπους οι οποίοι κατά τα άλλα μπορεί να διαβάζουν ή να γράφουν πολλά περί κατακρίσεως. Δεν ακούσαμε για παράδειγμα να αναδεικνύεται σε αυτή την κρίση και να επαινείται η ηθική διάσταση των επιλογών που έγιναν: οι κυβερνήσεις θυσίασαν τις οικονομίες τους και τα συμφέροντα μεγάλων εταιριών για να σώσουν κυρίως αυτούς που αν οι αποφάσεις λαμβάνονταν με στεγνά οικονομικά κριτήρια  θα κινδύνευαν να θεωρηθούν μη αναγκαίοι, άχρηστοι ή και επιζήμιοι, τους ηλικιωμένους. Γιατί να μην προβληθεί μία φορά και κάτι θετικό;»

«Συναφής και η «αγωνιστικότητα» με την οποία έχουν εμποτισθεί κάποιοι χριστιανοί. Αγωνιστικότητα εναντίον του κράτους, των αθέων κλπ. Είναι βέβαια αυτό ένα εύκολο υποκατάστατο της αληθινής αγωνιστικότητας, η οποία πρέπει να διακρίνει την ζωή των χριστιανών: του αγώνα ενάντια στον εγωισμό, στα πάθη, τον αγώνα για τον αγιασμό. Προσφέρει την ψευδαίσθηση του χριστιανού μαχητή, αλλά δεν οδηγεί τελικά πουθενά. Ή μάλλον οδηγεί σε μια αχρείαστη μεγαλύτερη περιθωριοποίηση της εκκλησίας. Αλλά αυτό φαίνεται ότι είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κάποιων ανθρώπων: δεν μας ενδιαφέρει η κοινωνία, δεν μας νοιάζει αν ο άλλος χαροπαλεύει στην εντατική, αν όλοι αυτοπεριορίζονται, αν έχασαν τις δουλειές τους, αν έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους, αν έκλεισαν τα σχολεία. Μας ενδιαφέρει μόνο να φαντασιωνόμαστε διωγμούς, επειδή χρειάστηκε να υπάρξουν περιορισμοί και στις εκκλησίες.»

Εἶμαι σίγουρος ὅτι ὅλοι παρατηροῦμε τό φαινόμενο αὐτό στό ποίμνιό μας ἐάν δέν εἴμαστε καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θύματά του. Σέ ἀνύποπτο χρόνο, ὁ Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος, προειδοποιοῦσε γιά αὐτή τήν γενικευμένη καχυποψία, ὡς μία προβληματική πνευματική τάση μέ καταστροφικές συνέπειες. Νομίζω τό κείμενο τοῦ π. Βασιλείου μᾶς δίνει ἀρκετό ὑλικό γιά προβληματισμό καί διάλογο. Προϋπόθεση εἶναι νά ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ὅτι ὁ δημόσιος χῶρος δεν ταυτίζεται μέ τόν χριστιανικό ἤ ἐκκλησιαστικό.

Κοιτώντας το μέλλον

Ἡ ἱερωσύνη, ἡ ποιμαντική διακονία, συνιστᾶ κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο «τέχνη τις τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, ἄνθρωπον ἄγειν, τό πολυτροπώτατον ζῶον καί ποικιλώτατον»[10]. Πράγματι, μέ ἀφορμή τήν πανδημία νομίζω ὅτι ὅλοι διαπιστώσαμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄχι μόνο «ζῶον θεούμενον», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος Καππαδόκης Πατέρας[11], ἀλλά καί «πολυτροπώτατον καί ποικιλώτατον» καί γιά νά τόν καθοδηγήσεις ἀπαιτεῖ πολύ τέχνη. Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, βέβαια, ὅλα εἶναι δυνατά. Κλείνοντας αὐτή τήν ἀκροθιγῆ παρουσίαση, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχουν διδάγματα ἀπό τήν περιπέτεια αὐτή χρήσιμα γιά ὅλους μας. Το πρόβλημα, ἡ ὑγειονομική κρίση εἶναι ἀκόμα ἐδῶ! Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐκκλησιαστική μας ζωή καί τήν ποιμαντική μας διακονία, ποιές θα ἦταν οἱ προτάσεις πού θά μπορούσαμε να κάνουμε; Αὐτοκριτική, προσαρμοστικότητα καί ἀγάπη.

Πρῶτα πρῶτα, μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νά σκεφτοῦμε ὅλοι μας τί πήγε στραβά τά προηγούμενα χρόνια. Χρειάζεται μία διάγνωση ὥστε νά ἀκολουθήσει θεραπεία. Ὅσα καταγράφηκαν ἐδῶ δέν εἶναι μία μίζερη περιγραφή τῆς πραγματικότητας. Ἀσφαλῶς καί δέν εἶναι ὅλα μαῦρα. Οἱ παθογένειες πού ἀναφέρθηκαν δέν χαρακτηρίζουν ὅλους. Ἀσφαλῶς καί γίνεται πολύ εὐλογημένη καί ἐξαιρετική ποιμαντική ἐργασία. Σκοπός ὅμως δέν εἶναι ὁ αὐτοθαυμασμός ἀλλά ἡ αὐτοκριτική πού θά ὁδηγήσει στήν διόρθωση καί τελειοποίηση. 

Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, ἡ ἐμπειρία τῆς πανδημίας νομίζω μᾶς καλεῖ νά μάθουμε νά προσαρμόζουμε τήν ποιμαντική μας στα δεδομένα καί τίς συνθῆκες μίας παγκοσμοποιμένης κοινωνίας πού ἀλλάζει μέ φρενήρεις ρυθμούς. Ἀφοῦ διακρίνουμε κάθε φορά «τά σημεῖα τῶν καιρῶν» καλούμαστε νά ξεκαθαρίσουμε τους ποιμαντικούς μας στόχους. Ὁ πειρασμός τοῦ «business as usual» εἶναι συνεχής καί γιά τούς χριστιανούς καί τούς ποιμένες.

Τέλος, Λυδία λίθος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί τῆς ποιμαντικῆς εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη. Ὅπως εἰπώθηκε «ἁγίους πού ποτέ δέν κοινώνησαν ἔχουμε, ἁγίους ὅμως πού δέν ἀγάπησαν ὄχι»[12]. Ἕνας ἀπό τούς πατέρες στήν ἱερατική μας συνάντηση[13] εἶπε τά ἑξῆς: «Η αγάπη είναι εφευρετική. Το ποιμαντικό μας οπλοστάσιο έχει πολλά «όπλα». Μπορούμε κάλλιστα να διακονήσουμε τον συνάνθρωπό μας μέσω της προσευχής. Μπορούμε να είμαστε ενεργοί ακροατές του πόνου, της αγωνίας και της θλίψης, σε μια εποχή που μόνο να μιλάμε θέλουμε. Επίσης ένα απλό τηλεφώνημα, ένα μήνυμα, μια επίσκεψη με τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα, ένα χαμόγελο, ένας μορφασμός θαυμασμού, έχουν αφάνταστη δύναμη διότι φανερώνουν ότι κάποιος ενδιαφέρεται για τον ασθενή. Το να τηρούμε τα απαραίτητα προστατευτικά μέσα και να συμβουλεύουμε και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, είναι και αυτό μια μορφή ποιμαντικής φροντίδας σε ημέρες πανδημίας. Άλλωστε οι ασθένειες δεν εμφανίστηκαν τώρα. Υπήρχαν και θα υπάρχουν και τα μέτρα προστασίας έχουν ουσιαστική σημασία για την προστασία μας».

Ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ σταυρωμένη ἀγάπη. Ἡ ἱερωσύνη παραμένει καθημερινός σταυρός, ὅσο καί ἄν ὁ πειρασμός τῆς ἄρνησης αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ καραδοκεῖ. Ὅπως εἶχε γράψει ὁ π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, «Τό νά εἶσαι ἱερέας σημαίνει ὅτι εἶσαι ἕνας ἀληθινός ποιμένας πού σταυρώνεται ἀπό ἀγάπη. Καί ἀγάπη σημαίνει νά μήν ἔχεις δική σου ζωή καί ὅλη ἡ ζωή σου νά εἶναι ἠ σωτηρία τῶν ἄλλων.»[14] Τό εἶχε τονίσει ὁ ἱερός Χρυσόστομος «τοῦτο ἀρχή, τοῦτο ποιμαντική ἐπιστήμη, τό τά αὐτοῦ παρορᾶν καί τά τῶν ἀρχομένων μεριμνᾶν»[15]. Σε μία καρδιακή ὁμιλία του, ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἔλεγε μιλώντας γιά τήν ποιμαντική διακονία του κάτι πού ἀπευθύνεται σέ ὅλους μας: «φορτώσου τό φορτίο τῶν ἀνθρώπων.(…)» καί συνέχιζε «Φορτώσου τό φορτίο τους σημαίνει νιῶσε πώς δέν εἶναι τά λόγια ἀλλά ἡ ἀγάπη αὐτή πού πείθει. Ὄχι ἡ ἀγάπη πού εἶναι στά χείλη σου, ἀλλά αὐτή πού εἶναι στήν καρδιά σου. Αὐτή γίνεται ἀντιληπτή καί μέσα στό ἀπόλυτο σκοτάδι του. Ἡ τρυφερότητά σου αὐτή μόνο μπορεῖ νά μιλάει καί νά ἀκούγεται»[16].


[1] Βλέπε γιά πολλά ἀπό τά θέματα αὐτά τήν ἔκδοση, συλλογικό τόμο, τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου: Καιρός τοῦ ποιήσαι,Η Ορθοδοξία ενώπιον της πανδημίας του κορωνοϊού, ἐπιμ. Ν. Ἀσπρούλης και N. Wood, Ἐκδοτική Δημητριάδος, 2020.

[2] π. Βασιλείου Χαβάτζα «Τά ὑποκείμενα νοσήματα τῆς Ἐκκλησίας», https://www.thepresident.gr/2021/10/04/ta-ypokeimena-nosimata-tis-ekklisias-grafei-o-p-vasileios-chavatzas/ (προσπελάστηκε 24/1/2022).

[3] Φ. Ντοστογιεέφσκυ, δελφοί Καραμάζωφ τ. Β΄ , μετ. Ἄ. Ἀλεξάνδρου, Γκοβόστης, σσ. 99-121 (κυρίως σ. 104-105, 109).

[4] Βλ. Ep. 14, 4 και Ep. 19, 2, 2, CCSL 3B. Μία ἀνάλυση: Miltos Amphilochios, Collégialité et Synodalité, vers une compréhension commune entre catholiques et orthodoxes, Paris, Éditions du Cerf, 2019, collection « Unam sanctam, nouvelle série » 7, σ. 336-341.

[5] Θανάσης Παπαθανασίου, «Τρεῖς σημιεώσεις γιά τό εἰδύλλιο πανδημίας καί πανδαιμόνιου», Σύναξη, 156, 2020, σ. 38-39. 

[6] Εἶναι τόσο δηλωτικός ὁ πειρασμός αὐτός: ὁ διάβολος ὁδηγεῖ τόν Ἰησοῦ στήν ἁγία Πόλη καί στό ἱερό, δηλαδή σέ ὅ,τι πιό ἅγιο γιά τούς ἑβραίους. Στό κατά Λουκᾶν εἶναι ὁ τρῖτος πειρασμός (4, 9-11).

[7] Τό ζήτημα εἶναι εὑρύτερο. Αὐτό πού σημειώνεται ἐδῶ εἶναι ἡ ἀντίληψη καί ἡ τάση νά θεωρεῖται ὅτι ὅ,τι θρησκευτικό ἤ ἐκκλησιαστικό εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ σκοταδισμός.

[8] Ὅπ. π. σ. 41.

[9] Μέ τό θέμα ἔχει βαθιά ἀσχοληθεῖ ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Μητροπόλεώς μας. Βλ. ἐνδεικτικά: Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ὀρθοδοξία καί Νεωτερικότητα, Προλεγόμενα, Ἴνδικτος, 2007.

[10] Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος Β′, PG 35, 425A (ΕΠΕ 1, 94).

[11] Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, PG 36, 632A. 

[12] Θ. Παπαθανασίου, ὅπ. π. σ. 43.

[13] Ἀναφερόμαστε στίς «Ὁμάδες ἐργασίας καί προβληματισμοῦ ἱερέων» πού λειτούργησαν στήν Ἱερά Μητρόπολη Δημητριάδος, τό καλοκαίρι τοῦ 2021, γιά ἐπιμέρους ζητήματα πού δημιούργησε ἡ Πανδημία. Τό παρόν ἄρθρο προέρχεται ἀπό τήν παρουσίαση τῆς Ὁμάδος ἱερέων πού εἶχε θέμα «Ἡ ποιμαντική στόν καιρό τῆς πανδημίας».

[14] π. Μιχαήλ Καραδαμάκης, Ἐκκλησία ἡ ὠραιωθεῖσα ἀγάπη, Μαΐστρος, σ. 71.

[15] Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τόν ΡΙΓ΄Ψαλμόν, PG 55, 306.

[16] Ἀρχιεπ. Χριστοδούλου, Ἔργα, τομος Γ΄, Μηνύματα Ποιμαντικῆς εὐθύνης, Ἱ. Μ. Δημητριάδος, Ἐκδ. Ὀργανισμός Π. Κυριακίδη, Ἀθήνα 2010, σ. 56.


Ο π. Αμφιλόχιος Μήλτος είναι κληρικός και γραμματέας της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Δρ. Θεολογίας (Καθολικό Ινστιτούτο Παρισίων) και Δρ. Ιστορίας (Σορβόννη-Paris IV), επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου και μέλος (Εκκλησία της Ελλάδος) της Μεικτής Διεθνούς Επιτροπής του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Το παρόν κείμενο αποτελεί ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή της εισήγησης που αναγνώστηκε στην Δ΄ Γενική Ιερατική Σύναξη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος για το 2022.

Το εικαστικό αποτελεί λεπτομέρια από τον πίνακα We are all One in Jesus Christ του Ιάπωνα καλλιτέχνη Soichi Watanabe που φιλοτεχνήθηκε το 2009.