Ακούστε το άρθρο:
Παρόλο που πολλοί πιστεύουν ότι η πολιτική θεολογία είναι αποκλειστικά προϊόν της Δύσης, στην πραγματικότητα έχει ανατολική προέλευση, ήδη από την εποχή του Ευσέβιου Καισαρείας τουλάχιστον. Κορυφαίοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως οι Άγιοι Αθανάσιος Αλεξανδρείας, Μάξιμος ο Ομολογητής και Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, έχουν συμβάλλει στη διαμόρφωσή της. Όταν, όμως, η πολιτική θεολογία ήκμαζε κατά τον εικοστό αιώνα στη Δύση, η Ανατολή την παραθεωρούσε. Οι σύγχρονες εξελίξεις στον κόσμο και την οικουμενική Ορθοδοξία ενθαρρύνουν τους θεολόγους να ασχολούνται με αυτή περισσότερο από πριν. Τελικά η πολιτική θεολογία άρχισε να αναγνωρίζεται ως ένας θεμιτό πεδίο της Ορθόδοξης θεολογίας. Η παρούσα εισήγηση εξετάζει κάποιες δομές της και προτείνει προς τα πού μπορεί να κατευθυνθεί, σύμφωνα με τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα.
Ζούμε, πράττουμε και αντιλαμβανόμαστε μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Είναι αδύνατο να εξαιρέσουμε το εαυτό μας από αυτόν. Ακόμα και όταν γυρνάμε την πλάτη ή κλείνουμε τα μάτια μας, ώστε να μη τον βλέπουμε, δεν τον αποφεύγουμε. Απλά σταματάμε να παρακολουθούμε τον χώρο αυτό, ενώ αυτός συνεχίζει να μας παρακολουθεί. Καθιστούμε το εαυτό μας ανέτοιμο να τον αντιμετωπίσει και ευάλωτο στις πολλές του επιδράσεις, οι οποίες μπορεί να είναι θετικές και αρνητικές. Είμαστε περισσότερο προετοιμασμένοι να τον αντιμετωπίσουμε όταν τον κοιτάμε κατά πρόσωπο. Τότε καταλαβαίνουμε καλύτερα όχι μόνο το περιβάλλον μας, αλλά και τον εαυτό μας, ως μέλη της Εκκλησίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εκκλησιολογία ως θεολογική επιστήμη αναδύθηκε κατά την νεότερη εποχή, με την πρόοδο της εκκοσμίκευσης. Τότε η Εκκλησία από εκεί που αγκάλιαζε ολόκληρο τον κόσμο, ξαφνικά βρέθηκε εντός του κόσμου περικυκλωμένη από αυτόν. Ο κόσμος αυτός δεν αναγνώριζε πια το εαυτό του ως μέρος της Εκκλησίας. Αρκετές φορές, μάλιστα, απέρριπτε την Εκκλησία. Μερικές φορές η Εκκλησία ανταποκρινόταν στη στάση αυτή με ανάλογη απόρριψη του κόσμου. Σαν να βρισκόταν μπροστά σ’ έναν καθρέπτη και έκανε τις ίδιες χειρονομίες που έκανε και ο εκκοσμικευμένος κόσμος απέναντί της, με τη διαφορά ότι το δεξί της χέρι στον καθρέπτη, φαινόταν ως αριστερό.
Αυτό που η Εκκλησία έβλεπε απέναντί της, σε ορισμένα μέλη της φαινόταν ως μια «αντί-Εκκλησία» — εξάλλου το δεξί φαινόταν ως αριστερό. Ταυτόχρονα, το να κοιτάει η Εκκλησία κατά πρόσωπο τον εκκοσμικευμένο κόσμο την βοήθησε να βλέπει και να καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό της. Έτσι γεννήθηκε η εκκλησιολογία — όταν η Εκκλησία ήρθε αντιμέτωπη με τον εκκοσμικευμένο κόσμο. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι η εκκλησιολογία δεν υπήρχε προηγουμένως. Όσο υπήρχε η Εκκλησία αυτή αναστοχαζόταν τον εαυτό της και θεολογικά. Και όμως δεν κατάφερε να παράγει μια συστηματική θεολογία περί εαυτής, παρόμοια με την συστηματική θεολογία περί του Τριαδικού Θεού ή της Ενσαρκώσεως. Ίσως αυτό μπορεί να εξηγηθεί με την έλλειψη ενός καθρέπτη μπροστά της.
Κάτι ανάλογο έχει συμβεί με την Ορθόδοξη πολιτική θεολογία. Αυτή υπήρχε πάντοτε με κάποιον ασυνείδητο τρόπο, χωρίς να αναγνωρίζεται επισήμως ως ένας ιδιαίτερος θεολογικός κλάδος. Ακόμη και σήμερα αρκετοί Ορθόδοξοι θεολόγοι αρνούνται να αναγνωρίζουν την υπάρξή της ως διακριτού πεδίου. Μερικοί από αυτούς όμως ασχολούνται με την πολιτική θεολογία και μάλιστα είναι πολιτικοί θεολόγοι κατεξοχήν. Ένας κορυφαίος από αυτούς ήταν, π.χ. ο Χρήστος Γιανναράς. Η εκκλησιολογία ως μια Ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίστηκε πολύ αργά. Η αναγνώριση, όμως, μιας Ορθόδοξης πολιτικής θεολογίας καθυστερεί ακόμα.
Ζούμε, πράττουμε και αντιλαμβανόμαστε μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Είναι αδύνατο να εξαιρέσουμε το εαυτό μας από αυτόν. Ακόμα και όταν γυρνάμε την πλάτη ή κλείνουμε τα μάτια μας, ώστε να μη τον βλέπουμε, δεν τον αποφεύγουμε. Απλά σταματάμε να παρακολουθούμε τον χώρο αυτό, ενώ αυτός συνεχίζει να μας παρακολουθεί. Καθιστούμε το εαυτό μας ανέτοιμο να τον αντιμετωπίσει και ευάλωτο στις πολλές του επιδράσεις, οι οποίες μπορεί να είναι θετικές και αρνητικές.
Μια αιτία αυτής της καθυστέρησης είναι ότι στην καθ’ημάς Ανατολή θεωρείται ως μια δυτική θεολογία. Πράγματι, μια από τις πρώτες αναφορές σ᾽αυτό το είδος θεολογίας κάνει ο Αυγουστίνος όταν αναφέρεται στον Ρωμαίο διανοούμενο Marcus Terentius Varro (116-27 π.Χ.). Στην Πολιτεία του Θεού διασώζεται το εξής απόσπασμα: “tria genera theologiae dicitesse: <…> unum mythicon appellari, alterum physicon, tertium civile.”[1] Δηλαδή, ο Ουάρρωνας διακρίνει τρία γένη θεολογίας: τη μυθική, τη φυσική και την πολιτική. Η τελευταία έχει να κάνει με την πόλη (civitas) αλλά και τους πολίτες (cives).[2]
Μολονότι ο Αυγουστίνος ασκεί σφοδρή κριτική στην πολιτική θεολογία του Ουάρρωνα, έχει υιοθετήσει από αυτόν το πιο σημαντικό πράγμα — την ίδια την ιδέα της πολιτικής θεολογίας, ώστε να θεωρείται ο πατήρ της Δυτικής πολιτικής θεολογίας. Η ίδια η Πολιτεία του Θεού του Αυγουστίνου, όπου παραπέμπει στον Ουάρρωνα, είναι το κύριο έργο αυτής της πολιτικής θεολογίας.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια υποσημείωση: ένας μεταγενέστερος συνεχιστής του Αυγουστίνου, ο Βερναρδινός μοναχός Πέτρος από το Πόζναν της Πολωνίας (c. 1575 – 1658), που σχολίαζε τον Ουαρρώνειο ορισμό της πολιτικής θεολογίας,[3] συνέγραψε και ένα έργο που φέρνει το Νεοπλατωνικό τίτλο Splendores hierarchiae politicae et ecclesiasticae.[4] Στο έργο αυτό συνδυάζει στενά τα πολιτικά και τα εκκλησιαστικά, δηλαδή την εκκλησιολογία και την πολιτική θεολογία. Κάτι στο οποίο επιμένουμε και εμείς.
Επίσης επιμένουμε στο εξής: παρά το γεγονός ότι πράγματι η Δύση έχει μια παράδοση που ξεκινά από τον Ουάρρωνα και μέσω Αυγουστίνου φτάνει στις μέρες μας, παρόλα αυτά δεν είναι πρωτότυπη. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος, όταν περιγράφει τα θεολογικά γένη του Ουάρρωνα, αναφέρεται στα Ελληνικά τους πρότυπα τα οποία βρίσκει στον Ηράκλειτο, τον Πυθαγόρα, τον Επίκουρο και άλλους.[5] Έτσι και ο Αυγουστίνος είχε τους προκατόχους του μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών θεολόγων. Ο προγενέστερός του Ευσέβιος ο Καισαρείας μπορεί να θεωρηθεί ο κατεξοχήν πατήρ της Ανατολικής πολιτικής θεολογίας. Την εξέθεσε στον κύκλο συγγραμμάτων του που αναφέρονται στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ο Βίος Κωνσταντίνου του κατέχει μια εξέχουσα θέση στον κύκλο αυτό.[6]
Αλλά και πριν τον Ευσέβιο βρίσκουμε δείγματα πολιτικής θεολογίας τα οποία μάλιστα είναι υγιέστερα. Η ανώνυμη επιστολή από τον δεύτερο αιώνα προς κάποιον Διόγνητο είναι ένα από αυτά.[7] Αλλά και στην εποχή του Κωνσταντίνου ο Ευσέβιος δεν ήταν ο μόνος πολιτικός θεολόγος στην Ανατολή. Σε μια αντίθεση με αυτόν υπήρχε ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας. Εκείνος εκπροσωπούσε όχι μόνο μια διαφορετική θεολογία περί Τριαδικού Θεού, αλλά και μία διαφορετική πολιτική θεολογία. Αυτή εκφράστηκε κατεξοχήν στο έργο του Βίος Αντωνίου.[8] Ο Αθανάσιος διαφώνησε με τον Ευσέβιο που είχε τον Κωνσταντίνο ως υπόδειγμα Χριστιανικού βίου και προώθησε τον Αντώνιο ως ένα τέτοιο υπόδειγμα. Με τον ίδιο τρόπο ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξάνδρειας διαφώνησε και με το Ευσεβιανό παράδειγμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Έκτοτε και μέχρι σήμερα συνεχίζεται η αντίθεση την οποίαν έθεσαν ο Ευσέβιος και ο Αθανάσιος. Πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ της απόλυτης και της επιφυλακτικής υποστήριξης του κράτους από την Εκκλησία.
Τη γραμμή του Αθανασίου βρίσκουμε και σε άλλες μεγάλες Πατερικές μορφές του παρελθόντος. Παραδείγματος χάριν, τα σωζόμενα έγγραφα της δίκης του Μαξίμου του Ομολογητή[9] τον παρουσιάζουν ως έναν αξιόλογο πολιτικό θεολόγο. Εκείνος, όπως προηγουμένως και ο Αθανάσιος, χάραξε μια καθαρή γραμμή αναφορικά με τα όρια της Εκκλησίας, τα οποία το κράτος δεν μπορεί να ξεπεράσει. Το ίδιο και ο Φώτιος, παρότι ήταν πιο προσεχτικός. Η Εἰσαγωγὴ τοῦ νόμου που συντάχθηκε επί του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα (867-886), πολύ πιθανόν με τη πρωτοβουλία και συμβολή του ίδιου του Φωτίου, εκφράζει τις αρχές της πολιτικής του θεολογίας. Με πολλή προσοχή και χωρίς να εκτίθεται, ο Φώτιος προσπαθούσε να διατηρήσει την ίδια γραμμή ανάμεσα στην Εκκλησία και την πολιτεία που την κρατούσαν ο Αθανάσιος και ο Μάξιμος. Οι περισσότεροι άλλοι πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως νοιάζονταν πολύ λιγότερο για τη διατήρηση αυτής της γραμμής. Ένας από τους τελευταίους πατριάρχες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο Αντώνιος Δ᾽ (1389-1390, 1391-1397) έγραψε στον Μέγα Πρίγκιπα της Μόσχας Βασίλειο Α᾽ (1371-1425) ότι είναι αδύνατο για τους Χριστιανούς να έχουν Εκκλησία χωρίς να έχουν αυτοκράτορα.[10] Μετά από λίγο καιρό οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα χάσουν τον αυτοκράτορα τους, χωρίς όμως να χάσουν την Εκκλησία τους.
Επίσης επιμένουμε στο εξής: παρά το γεγονός ότι πράγματι η Δύση έχει μια παράδοση που ξεκινά από τον Ουάρρωνα και μέσω Αυγουστίνου φτάνει στις μέρες μας, παρόλα αυτά δεν είναι πρωτότυπη. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος, όταν περιγράφει τα θεολογικά γένη του Ουάρρωνα, αναφέρεται στα Ελληνικά τους πρότυπα τα οποία βρίσκει στον Ηράκλειτο, τον Πυθαγόρα, τον Επίκουρο και άλλους. Έτσι και ο Αυγουστίνος είχε τους προκατόχους του μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών θεολόγων. Ο προγενέστερός του Ευσέβιος ο Καισαρείας μπορεί να θεωρηθεί ο κατεξοχήν πατήρ της Ανατολικής πολιτικής θεολογίας.
Η αντίθεση των δύο γραμμών που προέρχονται από τον Ευσέβιο και τον Αθανάσιο, συνεχίστηκε και μάλιστα οξύνθηκε στην εποχή μας. Η κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατοριών κατά τον 20ο αιώνα προκάλεσε πολλές κρίσεις στη ζωή των τοπικών Ορθόδοξων εκκλησιών στις σχέσεις τους με τη πολιτεία και στις πολιτικές θεολογίες τους.
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τα περισσότερα κράτη με σημαντικό Ορθόδοξο πληθυσμό έτειναν προς εκδημοκρατισμό, αν και κάποια παρέμειναν μοναρχίες. Η Σερβία (ύστερα Γιουγκοσλαβία), η Βουλγαρία, η Αλβανία και η Ρουμανία παρέμειναν βασίλεια, με την εξαίρεση της Ελλάδας που ήταν διχασμένη μεταξύ μοναρχίας και δημοκρατίας. Η Ρωσία επίσης, μετά την παραίτηση του Τσάρου Νικολάου Β᾽ και την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, υιοθέτησε το δημοκρατικό καθεστώς, το οποίο επηρέασε άμεσα την εκκλησία παρέχοντάς της περισσότερη ελευθερία. Ως αποτέλεσμα, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία κατάφερε να συγκαλέσει σύνοδο στη Μόσχα, η οποία έγινε ορόσημο στην αλλαγή παραδείγματος σ᾽ολόκληρη την παγκόσμια Ορθοδοξία.
Ο εκδημοκρατισμός στη Ρωσία αντιστράφηκε με την επανάσταση των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917. Η ίδια ανατροπή σύντομα θα επηρέαζε και άλλες Ορθόδοξες χώρες, με τις Ορθόδοξες εκκλησίες σε αυτές να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις αντιδημοκρατικές τάσεις. Έτσι, η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στήριξε τον βασιλιά εναντίον του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου το οποίον και αναθεμάτισε. Όσοι πολιτικοί θεολόγοι κατά τη δεκαετία του 1920 συμπαθούσαν τις δημοκρατικές αλλαγές στις σύγχρονες κοινωνίες τους, κατά τη δεκαετία του 1930 στράφηκαν προς την υποστήριξη της απολυταρχίας. Ένας από αυτούς ήταν ο Σέρβος επίσκοπος Νικολάι Βελιμίροβιτς.[11]
Σε μερικές περιπτώσεις οι χώρες με Ορθόδοξη πλειονότητα κατέληξαν σε στρατιωτικές δικτατορίες, σε άλλες χώρες είχαμε βασιλική δικτατορία, και σε κάποιες και τα δύο. Στη Σερβία, ο Βασιλιάς Αλέξανδρος Α’ Karađorđević (βασιλεία από 1921 έως 1934) κήρυξε βασιλική δικτατορία στις 6 Ιανουαρίου του 1929. Κατάργησε το δημοκρατικό Σύνταγμα του Βιβοντάν, διάλυσε τη Βουλή και τα πολιτικά κόμματα, και έκανε Πρωθυπουργό τον αρχηγό της φρουράς του, τον Στρατηγό Petar Živković. Έτσι έθεσε ένα ελκυστικό παράδειγμα για άλλες Ορθόδοξες χώρες που το ακολούθησαν κατά την επόμενη δεκαετία.
Το παράδειγμα αυτό ακολούθησε και η Ρουμανία. Αυτή έμοιαζε στη Σερβία σε πολλά σημεία. Και οι δύο χώρες δημιουργήθηκαν το 19ο αιώνα με την ενοποίηση των περιοχών που είχαν απελευθερωθεί από δύο αυτοκρατορίες: την Οθωμανική και την Αύστρο-Ουγγαρική. Μετά το Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι δύο χώρες μεγάλωσαν. Η Σερβία μετατράπηκε στην πολύ μεγαλύτερη Γιουγκοσλαβία, ενώ η Ρουμανία έγινε România Mare, δηλαδή μεγάλη Ρουμανία. Και οι δύο χώρες, ως αποτέλεσμα αύξησης των εδαφών τους, έγιναν αρκετά πιο δύσκολο να κυβερνηθούν. Ως αποτέλεσμα, μετά από τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’20, κατέληξαν σε δικτατορίες.
Η εξέλιξη της Ρουμανικής δικτατορίας ήταν περισσότερο περίπλοκη από την περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας. Επιβλήθηκε αρκετά αργά, το 1938, δηλαδή σχεδόν δέκα χρόνια μετά τη Σερβική δικτατορία. Όμως ακολούθησε την ίδια γραμμή. Ο πρωταγωνιστής της ήταν ο βασιλιάς, Κάρολος Β᾽ (περίοδος βασιλείας 1930-1940). Αυτός ακύρωσε το δημοκρατικό Σύνταγμα του 1923, διάλυσε τη Βουλή και τα πολιτικά κόμματα, τα οποία αντικατάστησε με το δικό του: το Μέτωπο της Εθνικής Αναγέννησης (Frontul Renașterii Naționale, FRN). Αυτό το κόμμα ασκούσε πολιτικό μονοπώλιο στην χώρα μέχρι που αντικαταστάθηκε από άλλο μονοπώλιο, αυτό της Σιδηράς Φρουράς (Garda de Fier). Το κόμμα αυτό που ξεκίνησε ως ένα κίνημα που έμοιαζε με το αντίστοιχο φασιστικό στην Ιταλία, σε αντίθεση, όμως, προς εκείνο είχε έντονο κληρικαλιστικό χαρακτήρα. Μπορούμε να πούμε σε τελική ανάλυση ότι ήταν η πολιτική πτέρυγα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας.
Παρόμοια με τον Σέρβο βασιλιά Αλέξανδρο, ο οποίος διόρισε έναν στρατηγό ως πρωθυπουργό του, ο Κάρολος της Ρουμανίας, όταν κήρυξε την δικτατορία, διόρισε έναν στρατηγό ως πρωθυπουργό. Το όνομά του ήταν Ion Antonescu. Ο στρατηγός όμως δεν ήταν τόσο υπάκουος στον βασιλιά όσο ο Živković στη Γιουγκοσλαβία. Σύντομα κατάφερε να ξεφορτωθεί τον προϊστάμενό του. Ο Κάρολος αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 6 Σεπτεμβρίου του 1940, και την ίδια μέρα ο Αντονέσκου ανακηρύχθηκε Ηγέτης (Conducător) του κράτους. Ο Αντονέσκου βασιζόταν πρωτίστως στη Σιδηρά Φρουρά, στην οποίαν εξασφάλισε το πολιτικό μονοπώλιο. Από τις 14 Σεπτεμβρίου του 1940 μέχρι τις 14 Φεβρουαρίου του 1941, η Ρουμανία ήταν επίσημα το Εθνικό Λεγεωνάριο Κράτος (Statul Național Legionar). Δηλαδή υιοθέτησε κάποια θεοκρατικά στοιχεία. Ο Γερμανός “Ηγέτης” της εποχής, ο der Führer, παρά τους δισταγμούς του για το ρόλο που η θρησκεία μπορούσε να παίξει στη πολιτική, παραδόξως υποστήριζε και τη Σιδηρά Φρουρά και το Λεγεωνάριο Κράτος της Ρουμανίας. Ένας από τους ποιο σοβαρούς λόγους αυτής της υποστήριξης ήταν ο φανατικός αντισημιτισμός της Φρουράς, η οποία μάλιστα επιδίωκε να οργανωθεί σύμφωνα με το μοντέλο της Ναζιστικής Schutzstaffel (SS).[12]
Οι θεοκρατίες συνήθως είναι ασταθείς και δεν διαρκούν πολύ. Έτσι και το Εθνικό Λεγεωνάριο Κράτος σύντομα άρχισε να βυθίζεται στο χάος, και ο Αντονέσκου αποφάσισε να το διαλύσει. Όμως αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, δεδομένης της Γερμανικής υποστήριξης στη Σιδηρά Φρουρά. Μόνο η προσωπική έγκριση από τον Χίτλερ επέτρεψε στον Ρουμάνο Ηγέτη να ξεφορτωθεί τη Φρουρά.[13]
Αυτό όμως σήμαινε ότι έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος περισσότερη ευθύνη για την λεγόμενη επίλυση του Εβραϊκού ζητήματος, την οποία ο ίδιος ο Αντονέσκου ονόμαζε κατ’ευφημισμό “κάθαρση.”[14] Η κάθαρση στην πραγματικότητα σήμαινε σχεδόν 300 χιλιάδες χαμένες ζωές. Σύμφωνα με έρευνα,[15] μεταξύ 12 και 20 χιλιάδες Εβραίοι εκτελέστηκαν από τον Ρουμανικό και Γερμανικό στρατό στη Βεσσαραβία και Μπουκοβίνα κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1941. Οι Ρουμανικές δυνάμεις σκότωσαν περίπου 15 έως 20 χιλιάδες Εβραίους στην Οδησσό κατά τον Οκτώβριο του 1941. Από τους 14 χιλιάδες Εβραίους της Μπουκοβίνας, της Βεσσαραβίας και της Υπερδνειστερίας, τουλάχιστον 90 χιλιάδες πέθαναν μεταξύ 1941 και 1943, στην πλειοψηφία τους από τον τύφο και την πείνα. Την ίδια περίοδο, μεταξύ 130 και 170 χιλιάδες Ουκρανοί Εβραίοι εξαφανίστηκαν. Την πολιτική αυτή ευνοούσε και μερικές φορές υποστήριζε και το είδος Ορθόδοξης πολιτικής θεολογίας που αναπτύχθηκε κατά την μεσοπολεμική περίοδο στη Ρουμάνια.
Στον λεγόμενο Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913), όπου τα Ορθόδοξα έθνη πολέμησαν μαζί εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Βουλγαρία προσάρτησε πολλά εδάφη. Τα έχασε όμως αυτά στο Δεύτερο Βαλκανικό και Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος επίσης θεωρείται ότι ξεκίνησε ως Τρίτος Βαλκανικός. Σε αντίθεση με τη Σερβία και τη Ρουμανία, όπου οι εδαφικές προσαρτήσεις τελικά οδήγησαν στη δικτατορία, η Βουλγαρία, αντίθετα, οδηγήθηκε στο ίδιο αποτέλεσμα λόγω των εδαφικών απωλειών και της υποχρέωσης καταβολής πολεμικών αποζημιώσεων ως σύμμαχου της Γερμανίας στον Μεγάλο Πόλεμο. Οι Βούλγαροι ένοιωθαν κάτι παρόμοιο με τους Γερμανούς της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο κόσμος ήταν απογοητευμένος με τη δημοκρατία.
Τη 19η Μαΐου του 1934 δύο συνταγματάρχες, ο Δαμιανός Βέλτσεβ και ο Κίμων Γκεώργκιεβ, πέτυχαν πραξικόπημα. Είχαν την υποστήριξη της ομάδας που λεγόταν “Κρίκος της αλυσίδας” (Zveno). Η ομάδα αυτή έμοιαζε σε αρκετά σημεία με τη Ρουμανική Σιδερένια Φρουρά και δεν κινείτο μακριά από το γενικότερο φασιστικό κίνημα της εποχής. Μόλις άρπαξε την εξουσία εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς παρόμοιο με το Εθνικό Λεγεωνάριο Κράτος της Ρουμανίας, λίγα χρόνια μετά. Εξουδετέρωσε, χωρίς να το ακυρώσει όμως, το Σύνταγμα του Ταρνόβου (1879), και διάλυσε τα πολιτικά κόμματα. Σε αντίθεση με τη Ρουμανική Φρουρά, προωθούσε μια πολιτική εκκοσμίκευσης, παρότι υποστήριζε την Εκκλησία. Αλλά, όπως και η Φρουρά, δεν διήρκεσε για πολύ. Η πτώση της όμως ήρθε όχι από μέσα, όπως στην περίπτωση του στρατηγού Αντονέσκου στη Ρουμανία, αλλά απ’ έξω, από τον βασιλιά Μπόρις Γ᾽ (κυβέρνησε 1918-1943). Το Απρίλιο του 1935 αυτός διαδέχθηκε το καθεστώς του “Κρίκου” με τη δική του βασιλική δικτατορία. Και οι δύο δικτατορίες βρήκαν ευρεία αποδοχή από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας.[16] Ο τότε Μητροπολίτης Σόφιας Στέφανος Σόκοβ (Шоков) μάλιστα έλαβε ενεργό μέρος στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών του 1934.[17]
Με τον ίδιο τρόπο, κάθε δικτατορία έβρισκε ευρεία αποδοχή και υποστήριξη από την Εκκλησία και στην Ελλάδα. Αυτό ισχύει και για το πραξικόπημα του στρατηγού Γεωργίου Κονδύλη το 1935 και, μετά στις 4 Αυγούστου του 1936, με τον λεγόμενο Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό του στρατηγού Ιωάννη Μεταξά. Επίσης όλοι γνωρίζουμε καλά πως η Εκκλησία της Ελλάδας συνέβαλε στη δικτατορία των συνταγματαρχών από 1967 με 1974. Θα είναι περιττό να αναφερθούμε σ᾽ αυτήν τη συμβολή εδώ.
Με άλλα λόγια, στη σκιά των μεγάλων φασιστικών συστημάτων της Γερμανίας και Ιταλίας στην μεσοπολεμική Ευρώπη, είχαμε και τα σχετικά άγνωστα και μικρότερα φασιστικά και ήμι-φασιστικά καθεστώτα στις Ορθόδοξες χώρες. Και τα μεν και τα δε λάμβαναν νομιμοποίηση από τους θεολόγους και εύνοια ή ακόμα συνεργία από ιεράρχες: Προτεστάντες, Καθολικούς και Ορθοδόξους. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Δυτικές εκκλησίες αναγνώρισαν τα λάθη τους και τα σφάλματα της πολιτικής τους θεολογίας. Οι Προτεστάντες το έκαναν πιο γρήγορα και ανοιχτά, ενώ οι Καθολικοί με καθυστέρηση και έμμεσα. Η Δεύτερη σύνοδος του Βατικανού προωθούσε το πρόγραμμα του aggiornamento ως μία έμμεση συγγνώμη για τη συνεργασία της Καθολικής Εκκλησίας με τις δικτατορίες. Πιο άμεσα η σύνοδος αυτή επεξεργάστηκε μια πολιτική θεολογία που καθιστούσε δύσκολη μια τέτοια συνεργασία στο μέλλον.
Στην καθ’ημάς Ανατολή μόνο κάποιες θεολογικές φωνές έχουν καταδικάσει τις τοξικές συνεργασίες του παρελθόντος με τις δεξιές και τις αριστερές δικτατορίες του εικοστού αιώνα. Οι εκκλησιαστικές αρχές προτιμούν να μη αναφέρονται σ’αυτές, σαν να μην υπήρχαν. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας από τους κύριους λόγους γιατί οι τοξικές συνεργασίες με δικτατορίες συμβαίνουν και στον εικοστό πρώτο αιώνα: οι αμετανόητες αμαρτίες επαναλαμβάνονται.
Εξ’ ου και οι προτάσεις μου για τη μέλλουσα Ορθόδοξη πολιτική θεολογία:
- Αυτή πρέπει να συνεχίζει τη γραμμή του Αθανασίου και του Μαξίμου, και όχι τη γραμμή του Ευσεβίου. Δηλαδή, πρέπει να αποπερατώσουμε μια κριτική αναθεώρηση της Βυζαντινής συμφωνίας Εκκλησίας και κράτους, και των σύγχρονων εκδοχών της.
- Πρέπει να αναγνωριστεί και να αξιολογηθεί κριτικά η συνεργασία με τα φασιστικά και ήμι-φασιστικά καθεστώτα της μεσοπολεμικής περιόδου, καθώς και με τα κομμουνιστικά καθεστώτα της μεταπολεμικής περιόδου. Μια τέτοια αναγνώριση και αξιολόγηση χρειάζεται να γίνει συνοδικά και πανορθόδοξα.
- Αυτό θα μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε και να αξιολογήσουμε κριτικά και τους πρόσφατους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, τη Γεωργία, και την Ουκρανία. Είναι μεγάλη πληγή για την Ορθοδοξία ότι όλοι οι πόλεμοι των τελευταίων τριάντα ετών στα εδάφη της Ευρώπης έγιναν μεταξύ ή με τη συμμετοχή Ορθοδόξων λαών, ενώ εμείς προσποιούμαστε ότι δεν υπήρξαν ή ότι δεν υπάρχουν.
- Τώρα έχουμε την ευκαιρία να ξεπεράσουμε τη διχόνοια Ανατολής-Δύσης. Ακριβώς αυτή η διχοτομία οδήγησε τη Ρωσική Εκκλησία στο να υποστηρίζει το Κρεμλίνο στο πόλεμό του κατά της Ουκρανίας. Το να νομίζουμε ότι μια πολιτική θεολογία είναι εξορισμού δυτική και γι’αυτό απορριπτέα μας έχει οδηγήσει σε έλλειμμα μιας θεολογίας που θα μας βοηθούσε να κάνουμε μια σωστή αξιολόγηση της αιτιολογίας αυτών των πολέμων.
- Τέλος, είναι αναγκαίο να κρατάμε μια ασφαλή απόσταση από τους πολιτιστικούς πολέμους της εποχής μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγουμε μια κριτική αξιολόγηση όλων των ιδεολογιών που συμβάλλουν σ’ αυτούς, είτε των αριστερών είτε των δεξιών. Μια τέτοια αξιολόγηση είναι απαραίτητη.
Ο κατάλογος των προτάσεων δεν είναι πλήρης, αλλά μια ειλικρινή θεολογική προσπάθεια προς αυτές τις κατευθύνσεις θα μας βοηθήσει στο μέλλον να αποφεύγουμε την εμπλοκή με δικτατορίες και πολέμους.
[1] In Burkhart Cardauns, M. Terentius Varro. Antiquitates rerum divinarum [Abhandlungen der Geistes- und Sozialwissenschaftlichen Klasse 1], Mainz: Akademie der Wissenschaften und der Literatur, 1976, liber 1, fr. 7, p. 18. In Augustine, The City of God against the Pagans, transl. by William M. Green [Loeb Classical Library 412], Cambridge, MA: Harvard University Press, 1963, liber VI 5, pp. 306-309.
[2] In Augustine, The City of God against the Pagans, transl. by William M. Green [Loeb Classical Library 412], Cambridge, MA: Harvard University Press, 1963, liber VI 5, pp. 312-313.
[3] Petrus Posnaniensis, Commentaria in primum librum Sententiarum fratris Joannis Duns Scoti, Mainz: Schönwetter, 1612, 71.
[4] Petrus Posnaniensis, Splendores hierarchiae politicae et ecclesiasticae, Kraków: Łukasz Kupisz, 1652.
[5] Augustine, The City of God against the Pagans, 310-311.
[6] Vita Constantini, edited and translated by A. Cameron & S.G. Hall, Oxford: Clarendon Press, 1999.
[7] Edited by H.-I. Marrou, A Diognète [Sources chrétiennes 33 bis], Paris: Éditions du Cerf, 196, 52-84.
[8] Βλ. R. Van Dam, The Roman Revolution of Constantine, Cambridge, MA: Cambridge University Press, 2009, 318.
[9] Βλ. P. Allen & B. Neil, Maximus the Confessor and His Companions: Documents From Exile, Oxford; New York: Oxford University Press, 2002.
[10] R.L. Wolff, “The Three Romes: The Migration of an Ideology and the Making of an Autocrat,” Daedalus, 88 (2) 1959, pp. 291–311: 299.
[11] Βλ. V. Cvetković, “‘Nationalism’, ‘Fascism’ and ‘Anti-Semitism’ of Bishop Nikolaj Velimirović,” in V. Cvetković and D. Bakić (eds.), Bishop Nikolaj Velimirović: Old Controversies in Historical and Theological Context, Alhambra, CA: Sebastian Press, 2022: 211-254.
[12] Ρ. Haynes, “Germany and the Establishment of the Romanian National Legionary State, September 1940,” The Slavonic and East European Review, 77(4) 1999: 700–725, p. 723.
[13] Βλ. D. Deletant, Hitler’s Forgotten Ally: Ion Antonescu and His Regime, Romania 1940-44, New York: Palgrave Macmillan, 2006, 62-64.
[14] Ibid., 128.
[15] Βλ. ibid., 127. Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής που συστάθηκε από τον πρόεδρο της Ρουμανίας Ion Iliescu το 2003, “Από όλους τους συμμάχους της ναζιστικής Γερμανίας η Ρουμανία φέρει την ευθύνη για τη μεγαλύτερη συμβολή στην εξόντωση των Εβραίων, εκτός από την ίδια τη Γερμανία. Οι δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στο Iaşi, την Οδησσό, την Bogdanovka, την Domanevka και την Pecioara είναι μεταξύ των πιο φρικτών εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά των Εβραίων κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Η Ρουμανία πραγματοποίησε γενοκτονία κατά των Εβραίων. Η επιβίωση ορισμένων Εβραίων σε ορισμένα μέρη της χώρας δεν αλλάζει αυτή την πραγματικότητα.” Παρά Gabriel Andreescu, “Raportul Comisiei International pentru Studierea Holocaustului in Romania,” Ziua (18 November 2004).
[16] See J.L. Hopkins, The Bulgarian Orthodox Church: A Socio-Historical Analysis of the Evolving Relationship between Church, Nation and State in Bulgaria, New York: Columbia University Press, 2009.
[17]Βλ. Дилян Николчев, Екзарх Стефан под “грижите” на Държавна сигурност, София: Военно издателство, 2015, 58-75.
Το παρόν κείμενο αποτελεί συντομευμένη έκδοση της ομότιτλης διάλεξης του συγγραφέα στο πλαίσιο του πέμπτου κύκλου εκδηλώσεων «Καιρός του ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 12 Μαΐου 2025.