Σήμερα γίνεται πόλεμος στην Μέση Ανατολή, ο οποίος σκορπίζει την καταστροφή και η φρίκη του πολέμου είναι η αποκρουστική εκδήλωση της παρουσίας του θανάτου πάνω σε καθετί. Κάποιοι φέροντες το όνομα του χριστιανού προκαλούν τον πόλεμο, ευλογούν αλλά και παροτρύνουν στρατιώτες να εξαφανίσουν τους συνανθρώπους τους από προσώπου γης.
Τίποτε δεν είναι περισσότερο αντίθετο στο θέλημα του Θεού για τα πλάσματά Του, τα οποία έχουν δημιουργηθεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του, από τη βία και τη μαζική δολοφονία, που ασκείται εναντίον του πλησίον αδελφού. Όπως έλεγε ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: «ο αδελφός μας είναι η ίδια η ζωή μας». Καμία σχέση με την πίστη στον Χριστό και στην Εκκλησία Του δεν έχουν όσοι σκοτώνουν τους συνανθρώπους τους αλλά και όσοι παροτρύνουν τους πιστούς να σκοτώσουν με πρόσχημα την πατρίδα και την πίστη. Αυτοί δεν μπορούν να λέγονται χριστιανοί και δεν είναι μέλη της Εκκλησίας του Χριστού αλλά εχθροί αυτής γιατί, όπως λέγει ο άγιος Βασίλειος: «ουδέν γαρ ούτως ίδιον εστί Χριστιανού, ως το ειρηνοποιείν».
Ο χριστιανός, ο οποίος επιδιώκει με τη συμμετοχή του στο δείπνο της βασιλείας του Χριστού (Θεία Ευχαριστία), την ενότητα όλων, πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε ετοιμότητα, ώστε πράξεις, όπως η δολοφονία αθώων παιδιών, αμάχων και γενικά συνανθρώπων με σκοπό την επικράτηση μιας ολοκληρωτικής πολιτικής κατάστασης από ψυχιατρικά ασθενείς ηγέτες και από μωροφιλόδοξους Ιεράρχες, που είναι φαινομενικά χριστιανοί, να μην γίνονται αποδεκτές και σε καμία περίπτωση δικαιολογημένες. Αντιθέτως οφείλει ακόμη και τη ψυχή του να δίνει για τον αδελφό του ανεξαρτήτως οποιασδήποτε κοσμικής διακρίσεως, γιατί όλοι οι συνάνθρωποι είναι φίλοι και αδελφοί είτε λέγονται Ιρανοί, είτε Εβραίοι, είτε Αμερικανοί. Όπως διδάσκει ο Χριστός: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ (Ιω. 15:13)». Και βεβαίως ο Χριστός απορρίπτει την αρχή της ανταπόδοσης ζητώντας τη συγχώρηση αλλήλων, (χωρώ μαζί με τον άλλον), υπερβαίνοντας κάθε απαίτηση κοσμικής δικαιοσύνης.
Για τους χριστιανούς, η ειρήνη, ο διάλογος, η συγγνώμη και η συμφιλίωση, που πραγματώνονται στην κοινή συνάντηση της Θείας Λειτουργίας είναι έκφραση της χριστιανικής αγιότητας και απάντηση στη βία του πολέμου και του θανάτου. Απάντηση που οδηγεί στη συμφιλίωση των διαιρεμένων αδελφών.
Η ειρήνη για την Εκκλησία δεν μία κατευθυνόμενη κατάσταση εκεχειρίας· είναι η πληρότητα και αποκατάσταση της δημιουργίας στο τραπέζι της παγκόσμιας Θείας Λειτουργίας, όπου τα πάντα συνυπάρχουν, χωρίς εγωϊσμό και διαίρεση, στο πρόσωπο του Χριστού. Η όντως ειρήνη είναι η παρουσία του Χριστού με τους συμμετέχοντες στη Θεία Ευχαριστία, του Χριστού, που ως κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας, ενοποιεί όλα τα μέλη αυτού του σώματος. Η Εκκλησία δεν θεωρεί ουσιαστικά κανέναν πόλεμο «ιερό» ή «δίκαιο», γιατί αντίκειται στη δικαιοσύνη και στις ευαγγελικές αρχές και κυρίως εμποδίζει τη συμμετοχή στο κοινό ποτήριο της ειρήνης.
Για τους χριστιανούς, η ειρήνη, ο διάλογος, η συγγνώμη και η συμφιλίωση, που πραγματώνονται στην κοινή συνάντηση της Θείας Λειτουργίας είναι έκφραση της χριστιανικής αγιότητας και απάντηση στη βία του πολέμου και του θανάτου. Απάντηση που οδηγεί στη συμφιλίωση των διαιρεμένων αδελφών. Η αγιότητα αυτή ευρίσκεται σε εκείνους, που αφιερώνονται στην εκρίζωση των πνευματικών απαρχών της βίας μέσα στις ίδιες τις υπάρξεις τους με τη μετάνοια (αλλαγή νοοτροπίας), που πραγματώνεται στην ενότητα των πάντων κατά τη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία και που θεραπεύει τη διάσπαση που δημιουργεί ο θάνατος του πολέμου οδηγώντας όχι απλά σε μία στατική κατάσταση ειρήνης αλλά σε δυναμική μακαριότητα σε όλη τη ζωή του ανθρώπου, όπως ο Χριστός διακηρύσσει: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται (Ματθ. 5, 9)». Όσοι αρνούνται την ειρήνη και οδηγούν τους συνανθρώπους τους στο θάνατο, όπως θέτουν τους εαυτούς τους εκτός Εκκλησίας αφού: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία καταδικάζει απεριφράστως την επέκταση της πολεμικής βίας, τους διωγμούς, την εκδίωξη και δολοφονία μελών θρησκευτικών κοινοτήτων, τον εξαναγκασμό για την αλλαγή της θρησκευτικής πίστεως, την εμπορία προσφύγων τις απαγωγές, τα βασανιστήρια, τις ειδεχθείς εκτελέσεις». (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας 2016, Μήνυμα).