Ακούστε το άρθρο:
Ο όρος ψευδής εαυτός, σε αντιδιαστολή με τον αληθή εαυτό, εμφανίζεται στη σκέψη του Donald W. Winnicott, ενός Βρετανού ψυχαναλυτή, παιδιάτρου και ψυχαναλυτή παιδιών, ιδιαίτερα σημαντικού και επιδραστικού. Προκειμένου να προσεγγίσουμε αυτήν την κρίσιμη έννοια, θα αναφερθώ σύντομα στο πώς αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη του ανθρώπου στα πρώιμα στάδια της ζωής.
Είναι γνωστός ο αφορισμός του Winnicott ότι “δεν υπάρχει αυτό που λέμε βρέφος” (“There is no such thing as a baby”). Με αυτή τη φράση εννοεί ότι δεν νοείται το βρέφος ως αυτόνομη οντότητα: στην αρχή της ζωής υπάρχει το πρωταρχικό ζεύγος μητέρας–βρέφους, με το βρέφος να τελεί σε κατάσταση απόλυτης εξάρτησης. Στα πλαίσια της συνθήκης απόλυτης εξάρτησης, η μητέρα –ή όποιος επιτελεί τον μητρικό ρόλο–, στον βαθμό που εναρμονίζεται με τις ανάγκες του βρέφους και του προσφέρει αυτό που ο Winnicott ονομάζει κράτημα (holding), το βοηθά να αισθάνεται ότι υπάρχει και να βιώνει τον εαυτό του με μία αίσθηση συνέχειας. O Winnicott μας απελευθερώνει, δηλώνοντας πως δεν απαιτείται η, ούτως ή άλλως ανέφικτη, τελειότητα, αλλά αυτό που εκείνος ονόμασε “επαρκώς καλή μητέρα”. Και αυτή η «επαρκώς καλή μητέρα» δεν είναι ιδανική· είναι μια μητέρα που αποτυγχάνει, αλλά όχι καταστροφικά, και κυρίως αποτυγχάνει την κατάλληλη στιγμή. Τα βασικά της χαρακτηριστικά μπορούν να περιγραφούν ως εξής:
- Στην αρχή της ζωής, η μητέρα προσαρμόζεται σχεδόν απόλυτα στις ανάγκες του βρέφους. Δεν περιμένει το παιδί να «ταιριάξει» σε εκείνη, αλλά εκείνη προσπαθεί να ταιριάξει στο παιδί.
- Έχει την ικανότητα να παρέχει “κράτημα”, κυρίως με την ψυχική έννοια, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ασφάλειας μέσα στο οποίο το βρέφος μπορεί να υπάρχει χωρίς άγχος αφανισμού.
- Δεν επιβάλλει τη δική της ανάγκη πάνω στην αυθόρμητη κίνηση του παιδιού, αλλά αναγνωρίζει και «απαντά» σε αυτό που αναδύεται από το ίδιο το βρέφος.
- Δεν παραμένει για πάντα τέλεια προσαρμοσμένη. “Αποτυγχάνει” λίγο-λίγο, με ρυθμό που μπορεί να αντέξει το παιδί.
- Κρατά μια μη εκδικητική στάση απέναντι στην επιθετικότητα του βρέφους. Αντέχει τις επιθετικές κινήσεις, τις εντάσεις, τις απορρίψεις, χωρίς να τις επιστρέφει τιμωρητικά.
- Χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και προβλεψιμότητα, όχι με την έννοια της άκαμπτης ρουτίνας, αλλά ενός ρυθμού που εγγυάται ένα αίσθημα συνέχειας: έτσι το παιδί μαθαίνει, ως ενσώματη ύπαρξη, ότι ο κόσμος έχει μια βασική αξιοπιστία.
- Μπορεί να δίνει χωρίς να απαιτεί συναισθηματική ανταπόδοση.
- Δεν εργαλειοποιεί το παιδί για να καλύψει κενά, μοναξιά, ναρκισσιστικές ανάγκες.
- Επιτρέπει τον αποχωρισμό
- Δεν κρατά το παιδί εξαρτημένο
Κάτι άλλο που επίσης χρειάζεται να επισημανθεί ότι όταν το περιβάλλον ανταποκρίνεται επαρκώς, δεν ικανοποιεί απλώς ανάγκες, αλλά καθρεφτίζει το βίωμα.
O Winnicott μας απελευθερώνει, δηλώνοντας πως δεν απαιτείται η, ούτως ή άλλως ανέφικτη, τελειότητα, αλλά αυτό που εκείνος ονόμασε “επαρκώς καλή μητέρα”. Και αυτή η «επαρκώς καλή μητέρα» δεν είναι ιδανική· είναι μια μητέρα που αποτυγχάνει, αλλά όχι καταστροφικά, και κυρίως αποτυγχάνει την κατάλληλη στιγμή.
Ο αληθής εαυτός, άρα, δεν είναι μια εσωτερική “ουσία”, αλλά το αποτέλεσμα διαδικασιών όπου το βίωμα βρίσκει τόπο, απάντηση και νόημα. Όταν αυτές οι διαδικασίες αποτυγχάνουν το βίωμα δεν εξαφανίζεται, αλλά δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί. Παραμένει άμορφο, μη επεξεργασμένο και απειλητικό. Και κάθε αυθόρμητη κίνηση δεν βρίσκει απάντηση και βιώνεται ως επικίνδυνη.
Έτσι, όταν η μητέρα δεν είναι «αρκετά καλή», τότε έχουμε μια πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στο βρέφος και το περιβάλλον. Για ένα βρέφος, όμως, αυτή η σύγκρουση βιώνεται ως απειλή αφανισμού. Προκειμένου να επιβιώσει, το βρέφος αναγκάζεται να παύσει να υπάρχει αυθόρμητα και να αρχίσει να αντιδρά. Περνά από την κατάσταση του «είμαι» στην κατάσταση του «αντιδρώ σε αυτό που κάνει ο άλλος». Έτσι αναδύεται ο ψευδής εαυτός: όχι ως ψέμα, αλλά ως δομή συμμόρφωσης και προσαρμογής. Το βρέφος αρχίζει να παρατηρεί τη μητέρα, να προβλέπει τις διαθέσεις της και να προσαρμόζεται σε αυτές, ώστε να αποφύγει περαιτέρω τραυματισμό. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να σώσει τον αληθή εαυτό, κρύβοντάς τον βαθιά μέσα του, προστατεύοντάς τον από ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να τον «κρατήσει». Ο ψευδής εαυτός καθίσταται έτσι φύλακας του αληθούς εαυτού, που κάποτε εμφανίστηκε και τραυματίστηκε λόγω ανεπάρκειας του περιβάλλοντος.
Κλινικό φάσμα του ψευδούς εαυτού
Ο Winnicott προτείνει μια κλινική ταξινόμηση που εκτείνεται από την παθολογία έως την υγεία.
Στο παθολογικό άκρο, ο ψευδής εαυτός έχει καταλάβει πλήρως την προσωπικότητα και εκλαμβάνεται από τους άλλους ως το «πραγματικό» πρόσωπο. Στις στενές σχέσεις, όμως, αυτός ο ψευδής εαυτός καταρρέει καθώς δεν αντέχει τη δοκιμασία της οικειότητας.
Σε πιο ήπιες μορφές, ο ψευδής εαυτός λειτουργεί αμυντικά, ως φροντιστής και προστάτης του αληθούς εαυτού.
Στο υγιές άκρο του φάσματος, αυτό που αποκαλούμε «ψευδής εαυτός» αντιστοιχεί απλώς στην κοινωνική ευγένεια, στους καλούς τρόπους και στην ικανότητα τήρησης βασικών κοινωνικών συμβάσεων.
Ιδιαίτερη κλινική σημασία έχει ο διανοητικός ψευδής εαυτός, που παρατηρείται συχνά σε άτομα υψηλής ευφυΐας.
Έτσι αναδύεται ο ψευδής εαυτός: όχι ως ψέμα, αλλά ως δομή συμμόρφωσης και προσαρμογής. Το βρέφος αρχίζει να παρατηρεί τη μητέρα, να προβλέπει τις διαθέσεις της και να προσαρμόζεται σε αυτές, ώστε να αποφύγει περαιτέρω τραυματισμό. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να σώσει τον αληθή εαυτό, κρύβοντάς τον βαθιά μέσα του, προστατεύοντάς τον από ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να τον «κρατήσει».
Όταν η μητρική φροντίδα είναι ασταθής, το βρέφος προσπαθεί να την προβλέψει. Σταδιακά, αναπτύσσεται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στον νου και το ψυχοσωματικό βίωμα. Ο νους τότε αναλαμβάνει τη λειτουργία της μητέρας: προσπαθεί να παράσχει συνοχή, κράτημα και νόημα και η σκέψη γίνεται υποκατάστατο της μητρικής φροντίδας. Τα άτομα αυτά μπορεί να έχουν λαμπρές ακαδημαϊκές ή επαγγελματικές επιδόσεις, αλλά η σκέψη τους είναι αποκομμένη από το συναίσθημα και τις αισθήσεις του σώματος. Στην ανάλυση μπορεί να μιλούν ακατάπαυστα, με οξυδέρκεια και θεωρητικό βάθος, χωρίς όμως να υπάρχει πραγματική συναισθηματική επαφή.
Κλινικό παράδειγμα
Άνδρας, γύρω στα 35. Ευφυέστατος, καλοπροαίρετος, ευχάριστος. Στην πρώτη συνεδρία λέει: «Νιώθω σαν απατεώνας… Νομίζω ότι ξεγελάω τους άλλους.»
Η οικογένεια «καλή»: χωρίς βία, χωρίς σκληρή καταπίεση, με ζεστασιά. Όμως δεν υπήρχε χώρος για θυμό, σύγκρουση, εκκρεμότητα. Όλα έπρεπε να λύνονται αμέσως.
Έλεγε ότι έμοιαζε με τηλεοπτική σειρά που απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας: Γελάμε, είμαστε ευγενικοί, κι αν κάποτε στεναχωριόμαστε αυτό κρατά λίγο΄ και μετά- χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
Υπήρχε μια άκαμπτη ηθική «καλών τρόπων»: δεν θυμώνουμε, δεν φωνάζουμε, δεν τσακωνόμαστε. Σε αυτό το περιβάλλον, ο θυμός, η διεκδίκηση, η δυσαρέσκεια δεν εμφανίζονταν ως εμπειρίες που αναγνωρίζονται.
Τα σχετικά δικά του βιώματα δεν καθρεφτίζονταν, δεν νοηματοδοτούνταν, το βίωμά του έπεφτε στο κενό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιβάλλον ήταν «κακό». Σημαίνει ότι ορισμένες ανθρώπινες εμπειρίες δεν απέκτησαν ποτέ θέση, νόημα, όνομα. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε το αίσθημα «απατεωνιάς» που φέρνει στη θεραπεία: Δεν αφορά ανήθικες πράξεις. Αφορά το βίωμα ότι ζει χωρίς επαφή με κάτι πραγματικά δικό του. Έχει μάθει να λειτουργεί “σωστά”, αλλά χωρίς να έχει κατοικήσει τον θυμό, την επιθυμία, τη δυσαρέσκεια ως νόμιμα ανθρώπινα βιώματα.
Μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να αισθανθεί οργή και πικρία απέναντι στον Θεό, και μπορούσε να το εμπιστευτεί στον πνευματικό, χωρίς να φοβάται ότι αυτό που ένιωθε θα κατέστρεφε τη σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία Του. Την ίδια στιγμή, παρά τον πόνο που της προξενούσε η τραγωδία που την είχε βρει, μπορούσε να βαστά μέσα της την ελπίδα πως όλα μπορούν να ανοιχθούν σε έναν ευρύτερο ορίζοντα, όπου αυτό που ένιωθε θα μπορούσε να υπερβαθεί μέσα από τη σχέση της με τον ζωντανό Θεό.
Το εκκλησιαστικό περιβάλλον ως επαρκώς (;) καλή μητέρα
Κάποτε ο πάπας Φραγκίσκος, σε κάποια περιοδεία του, σχεδόν έχασε την ισορροπία του όταν τον έπιασε μια γυναίκα από τα χέρια και μέσα στον ενθουσιασμό της τον τράβηξε με δύναμη. Εκείνος την επέπληξε κάπως αυστηρά, κι αυτό συζητήθηκε για μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Ο πάπας θύμωσε!» – σχεδόν αδιανόητο για πολλούς. Κάποιοι ίσως ανακουφίστηκαν. Κάποιοι άλλοι ενδεχομένως ένιωσαν μια κάποια χαιρεκακία.
Και πόσοι άλλοι ίσως ένιωσαν απλώς: «Τι το περίεργο; Είναι άνθρωπος».
Μήπως ορισμένα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα, όταν λειτουργούν τυπολατρικά και άκαμπτα, ευνοούν δομές συμμόρφωσης, αντί να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στον Θεό του απείρου ελέους; Μήπως άραγε κάποιοι οδηγούνται στην ιεροσύνη ή στον μοναχισμό όχι από εσωτερική κλήση, αλλά από ανάγκη να βρουν χώρο όπου ο ψευδής εαυτός τους χωράει, και πιθανώς ενισχύεται;
Θυμάμαι μια ιστορία που με είχε διακινήσει όταν την είχα διαβάσει στο περιοδικό “Ψυχής Δρόμοι”: ένας ιερέας περιέγραφε την εμπειρία που είχε με μια γυναίκα που είχε χάσει το παιδί της και τον επισκέφτηκε με το αίτημα να τη βοηθήσει “να συγχωρήσει τον Θεό”. Δε θα μπω στο τι έγινε, θα περιοριστώ μόνο να επισημάνω πως αυτή η γυναίκα μάλλον είχε την τύχη να βιώσει το εκκλησιαστικό περιβάλλον ως “επαρκώς καλή μητέρα”: Μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να αισθανθεί οργή και πικρία απέναντι στον Θεό, και μπορούσε να το εμπιστευτεί στον πνευματικό, χωρίς να φοβάται ότι αυτό που ένιωθε θα κατέστρεφε τη σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία Του. Την ίδια στιγμή, παρά τον πόνο που της προξενούσε η τραγωδία που την είχε βρει, μπορούσε να βαστά μέσα της την ελπίδα πως όλα μπορούν να ανοιχθούν σε έναν ευρύτερο ορίζοντα, όπου αυτό που ένιωθε θα μπορούσε να υπερβαθεί μέσα από τη σχέση της με τον ζωντανό Θεό.
Πόσο διαφορετικά θα πρέπει να ήταν τα βιώματα αυτής της γυναίκας σε σύγκριση με τις τραυματικές εμπειρίες ανθρώπων που διηγούνται να εξαναγκάζονται δια της βίας να μεταλάβουν κατά την παιδική ηλικία (πόσο νοσηρό, όταν μιλάμε για Κοινωνία, και μάλιστα Θεία!), ή με τις εξίσου τραυματικές εμπειρίες άλλων από τις πρώτες τους εξομολογήσεις στην εφηβεία, που θύμιζαν κανονική ανάκριση…
Κλείνω με την αναπόφευκτη διαπίστωση πως το ερώτημα περί του αν το εκκλησιαστικό περιβάλλον λειτουργεί ως επαρκώς καλή μητέρα, δεν μπορεί ασφαλώς να απαντηθεί μονοσήμαντα, και μάλιστα στα περιορισμένα πλαίσια μιας τέτοιας εισήγησης. Όμως συχνά δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να προσπαθήσουμε να δώσουμε απαντήσεις, αλλά να κρατάμε τα ερωτήματα ανοιχτά και να στεκόμαστε ενώπιόν τους με ειλικρίνεια.
Το παρόν κείμενο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή της διάλεξης του συγγραφέα στην εκδήλωση «Θρησκευτικότητα και Ψευδής Εαυτός» που πραγματοποιήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2026 στο πλαίσιο της 6ης σειράς διαδικτυακών διαλέξεων «Καιρός του Ποιήσαι» που διοργανώνει η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου.