Ακούστε το άρθρο:
Για λίγες μέρες, τα μάτια του κόσμου ήταν στραμμένα στο Φανάρι, καθώς ο Πάπας Λέων ΙΔ’ πραγματοποιούσε το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό μετά την εκλογή του στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης, επισκεπτόμενος την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου όπου και έλαβε χώρα η επίσημη συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Η συνάντηση αυτή καθεαυτή αλλά και διάφορες πτυχές της έγιναν αντικείμενο πολλών σχολίων. Εδώ θα προσπαθήσουμε να τονίσουμε τη σημασία αυτής της ιστορικής συνάντησης και τι μπορεί να επιφυλάσσει για το μέλλον.
Πρέπει να τονιστεί εξ αρχής ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη επίσκεψη Πάπα στο Φανάρι, ούτε η πρώτη κοινή δήλωση που υπογράφηκε από Πάπα και Οικουμενικό Πατριάρχη. Πράγματι, οι Πάπες Παύλος ΣΤ’, Ιωάννης Παύλος Β’, Βενέδικτος ΙΣΤ’ και ο μακαριστός Φραγκίσκος έχουν επισκεφθεί όλοι την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου τους υποδέχθηκαν οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Αθηναγόρας, Δημήτριος και Βαρθολομαίος, και κάθε μία από αυτές τις συναντήσεις αποτέλεσε την ευκαιρία για την υπογραφή κοινής δήλωσης σχετικά με τη δέσμευση των δύο Εκκλησιών στην προσέγγισή και επιδίωξή τους με στόχο την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Τέτοιες συναντήσεις είναι το αποτέλεσμα ενός ιστορικού γεγονότος που έλαβε χώρα ακριβώς πριν από εξήντα χρόνια: η αμοιβαία άρση των λυπηρών αναθεμάτων του έτους 1054 μεταξύ των επισκοπών της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια τελετής που έλαβε χώρα συγχρόνως στη Ρώμη, στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, και στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, στις 7 Δεκεμβρίου 1965. Στην κοινή τους δήλωση, ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας δήλωσαν ότι «αποδοκιμάζουν επίσης και αίρουν από τη μνήμη και από το μέσο της Εκκλησίας τα επακολουθήσαντα αναθέματα,[…] και τα παραδίδουν στη λήθη». (Κοινή δήλωση, 4Β). Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλήρες σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών και ότι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση διακοπής της κοινωνίας που βρίσκονταν στην αρχή του 11ου αιώνα. Ποια ήταν η αιτία αυτού; Η προσθήκη της φράσης «Filioque» στο σύμβολο της πίστης («Πιστεύω») από τον Πάπα Βενέδικτο Η΄ το 1014.
Το ίδιο συνέβη με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ’ και τον Πάπα Φραγκίσκο σε διάφορες επίσημες λειτουργικές εκδηλώσεις. Αυτό αποδεικνύει ότι το Filioque δεν είναι δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: διαφορετικά, αυτοί οι τρεις πάπες θα έπρεπε να θεωρούνται αιρετικοί από την ίδια τους την Εκκλησία. Πολύ πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της οικουμενικής μνήμης των μαρτύρων και ομολογητών της πίστης του 21ου αιώνα, υπό την προεδρία του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ στη βασιλική του Αγίου Παύλου έξω από τα τείχη στη Ρώμη στις 14 Σεπτεμβρίου 2025, το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαγγέλθηκε στα λατινικά, χωρίς το Filioque!
Αλλά ας επιστρέψουμε στη συνάντηση του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, η οποία συνέπεσε, κατά κάποιον τρόπο ως αποτέλεσμα της πρόνοιας, με την επέτειο της άρσης των αναθεμάτων και η οποία, πάνω απ’ όλα, είχε τεθεί υπό την αιγίδα της 1700ης επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. Είναι σημαντικό ότι στην αποστολική επιστολή του (εγκύκλιος) In Unitate Fidei, που εκδόθηκε λίγες ημέρες πριν από το πρώτο του ταξίδι, στις 23 Νοεμβρίου 2025, με την ευκαιρία της επετείου της Συνόδου της Νίκαιας, ο Πάπας Λέων ΙΔ’ παραθέτει τη φράση από το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως χωρίς το Filioque, και σημειώνει στην υποσημείωση 10 που ακολουθεί αυτό το απόσπασμα: «Η φράση ‘εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque) εκπορευόμενον’ δεν βρίσκεται στο κείμενο της Κωνσταντινούπολης· εισήχθη στο Λατινικό Σύμβολο της Πίστεως από τον Πάπα Βενέδικτο Η’ το 1014 και αποτελεί αντικείμενο διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών». Αυτή η παρατήρηση, σε μια παπική εγκύκλιο, είναι υψίστης σημασίας, διότι η επίσημη αναγνώριση αυτής της προσθήκης από τον ίδιο τον Πάπα βάζει τέλος σε μια χιλιετή διαμάχη που συνέβαλε στην εμβάθυνση του χάσματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
Στην κοινή τους δήλωση, ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας δήλωσαν ότι «αποδοκιμάζουν επίσης και αίρουν από τη μνήμη και από το μέσο της Εκκλησίας τα επακολουθήσαντα αναθέματα,[…] και τα παραδίδουν στη λήθη». (Κοινή δήλωση, 4Β). Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλήρες σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών και ότι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση διακοπής της κοινωνίας που βρίσκονταν στην αρχή του 11ου αιώνα.
Στην κοινή προσευχή της 28ης Νοεμβρίου, με την οποία εορτάστηκε η επέτειος της Νίκαιας, στον ίδιο τον τόπο όπου είχε λάβει χώρα, χοροσταντούντων του Πάπα Λέοντα και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, παρουσία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, επίσημων εκπροσώπων των αρχαίων Πατριαρχείων της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ, καθώς και εκπροσώπων όλων των Ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών και των Προτεσταντικών Παγκόσμιων Χριστιανικών Κοινοτήτων, το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαγγέλθηκε από κοινού χωρίς την προσθήκη του Filioque. Φυσικά, αυτό δεν συνέβη για πρώτη φορά. Ήδη το 1987, κατά την επίσημη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημήτριου στη Ρώμη, το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαγγέλθηκε στην αρχική ελληνική γλώσσα χωρίς το Filioque τόσο από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄ όσο και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το ίδιο συνέβη με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ’ και τον Πάπα Φραγκίσκο σε διάφορες επίσημες λειτουργικές εκδηλώσεις. Αυτό αποδεικνύει ότι το Filioque δεν είναι δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: διαφορετικά, αυτοί οι τρεις πάπες θα έπρεπε να θεωρούνται αιρετικοί από την ίδια τους την Εκκλησία. Πολύ πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της οικουμενικής μνήμης των μαρτύρων και ομολογητών της πίστης του 21ου αιώνα, υπό την προεδρία του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ στη βασιλική του Αγίου Παύλου έξω από τα τείχη στη Ρώμη στις 14 Σεπτεμβρίου 2025, το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαγγέλθηκε στα λατινικά, χωρίς το Filioque!
Αυτά είναι τα αποτελέσματα του θεολογικού διαλόγου στον οποίο οι Εκκλησίες έχουν δεσμευτεί για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Ήδη από το 2003, ένα σημαντικό έγγραφο της Ορθόδοξης-Καθολικής Θεολογικής Διαβούλευσης της Βόρειας Αμερικής με τίτλο: «Το Filioque: Ένα ζήτημα που διχάζει την Εκκλησία; Μια Κοινή Δήλωση», συνέστησε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία να χρησιμοποιεί μόνο το αρχικό ελληνικό κείμενο, χωρίς το Filioque, κατά τη μετάφραση του Συμβόλου της Πίστεως για κατηχητική και λειτουργική χρήση. Το ίδιο επαναλήφθηκε πέρυσι (2024) σε μια Κοινή Δήλωση της Μεικτής Διεθνούς Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Λουθηρανικής Παγκόσμιας Ομοσπονδίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας σχετικά με την προσθήκη του Filioque στο σύμβολο της πίστης της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, η οποία πρότεινε «να χρησιμοποιείται η μετάφραση του ελληνικού πρωτότυπου (χωρίς το Filioque) με την ελπίδα ότι αυτό θα συμβάλει στην επούλωση των παλαιών διαιρέσεων μεταξύ των κοινοτήτων μας και θα μας επιτρέψει να ομολογούμε μαζί την πίστη των Οικουμενικών Συνόδων της Νίκαιας (325) και της Κωνσταντινουπόλεως (381)». Αυτό μας δίνει μεγάλη ελπίδα για τη μελλοντική αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας με βάση το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο θεωρήθηκε από την Εκκλησία, τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα κ.έ, ως καθολικό σύμβολο της πίστης.
Όπως έχουν επισημάνει σε διάφορες περιπτώσεις ο Πάπας Λέων ΙΔ’ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, η Μεικτή Διεθνής Επιτροπή για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία έχει την επίσημη εντολή και των δύο Εκκλησιών να εργαστεί για την αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών, εξετάζει επί του παρόντος τα ζητήματα του αλάθητου του Πάπα και του Filioque. Στην ομιλία του προς τον Πάπα Λέοντα στις 30 Νοεμβρίου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επιβεβαίωσε ότι «μπορούμε μόνο να προσευχηθούμε ώστε ζητήματα όπως το «Filioque» και το αλάθητο (…) να επιλυθούν, έτσι ώστε η κατανόησή τους να μην αποτελεί πλέον εμπόδιο στην κοινωνία των Εκκλησιών μας», ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν ζήτησε από τον Πάπα περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει, αλλά έδωσε ελπίδα ότι η αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία διακόπηκε πριν από μία χιλιετία, θα μπορούσε σύντομα να επέλθει, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαιρεμένοι Χριστιανοί θα δείξουν την καλή τους θέληση προς τον σκοπό αυτό.
Μετάφραση από τα Αγγλικά: Θεοδώρα Βαλσάμου