Μπροστά στον θάνατο, ο λόγος συνήθως πολλαπλασιάζεται – και αποδεικνύεται ανεπαρκής. Οι εξηγήσεις συσσωρεύονται, οι ερμηνείες διεκδικούν το τελευταίο νόημα, και όμως κάτι από την εμπειρία του ανθρώπου μένει ανείπωτο. Η αφήγηση της αναστάσεως του Λαζάρου, όπως διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, αποτελεί μία από τις πλέον δραματικές και θεολογικά πυκνές στιγμές της ευαγγελικής παράδοσης. Δεν πρόκειται απλώς για ένα θαύμα εντυπωσιακό, αλλά για ένα γεγονός που φέρνει στο φως τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός στέκεται απέναντι στον θάνατο, τον χρόνο και την ανθρώπινη απώλεια. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη μεγάλη αφήγηση, υπάρχει μια φράση σχεδόν ανεπαίσθητη, η οποία διακόπτει τη ροή της και συγκεντρώνει, με τρόπο παράδοξο, όλο το θεολογικό της βάρος: «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς»[1].
Ίσως το συντομότερο εδάφιο της Καινής Διαθήκης· και όμως, από τα βαρύτερα. Μια φράση που μοιάζει σχεδόν ασήμαντη μέσα στην αφήγηση ενός από τα πλέον εντυπωσιακά θαύματα του τέταρτου Ευαγγελίου, και ωστόσο διακόπτει τη ροή του με έναν τρόπο που δεν επιτρέπει την εύκολη προσπέραση. Ο Ιησούς στέκεται μπροστά στον τάφο του Λαζάρου· γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί· και όμως δακρύζει. Το ερώτημα δεν είναι αν συγκινήθηκε. Το ερώτημα είναι: γιατί δακρύζει Αυτός που σε λίγο θα καλέσει τον νεκρό να εξέλθει;
Η ευκολότερη απάντηση θα ήταν να δούμε στο δάκρυ αυτό μια ένδειξη της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού· μια απόδειξη ότι ο Λόγος δεν προσέλαβε φαινομενικά, αλλά πραγματικά την ανθρώπινη εμπειρία, με όλα της τα πάθη, εκτός της αμαρτίας. Και πράγματι, η παράδοση της Εκκλησίας υπερασπίστηκε με επιμονή αυτήν την ανάγνωση, ακριβώς για να αποκρούσει κάθε υποψία δοκητισμού: ο Χριστός δεν «υποκρίνεται» τον άνθρωπο· είναι άνθρωπος. Ωστόσο, αν περιοριστούμε σε αυτή τη διαπίστωση, τότε το δάκρυ μένει στο περιθώριο της θεολογίας, ως ένα απλό ανθρωπολογικό δεδομένο. Και ίσως εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο όπου το εδάφιο αντιστέκεται: δεν επιτρέπει να εξηγηθεί τόσο εύκολα.
Διότι το παράδοξο παραμένει: ο Χριστός δακρύζει ενώ γνωρίζει. Δεν βρίσκεται ενώπιον ενός αδιεξόδου, ούτε αιφνιδιάζεται από τη δύναμη του θανάτου. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»[2] έχει ήδη δηλώσει στη Μάρθα· και λίγο μετά θα σταθεί μπροστά στο μνήμα για να φωνάξει με φωνή δημιουργική: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω»[3]. Το δάκρυ, λοιπόν, δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας, ούτε απλώς συναισθηματική αντίδραση σε ένα αναπόφευκτο γεγονός. Είναι κάτι άλλο: μια πράξη που ανήκει συγχρόνως στην ανθρώπινη και στη θεία του ύπαρξη, χωρίς να εξαντλείται σε καμία από τις δύο. Ήδη ο Αυγουστίνος, σχολιάζοντας το συγκεκριμένο χωρίο, επισημαίνει ότι ο Χριστός δακρύζει ως άνθρωπος, ενώ ανασταίνει ως Θεός, χωρίς να διαχωρίζεται το πρόσωπο που ενεργεί· «lacrimavit ut homo, suscitavit ut Deus»[4], αλλά πάντοτε ο ίδιος είναι εκείνος που πράττει. Το δάκρυ, επομένως, δεν ανήκει σε μια «ασθενή» πλευρά του Χριστού που απλώς συνοδεύει την ισχυρή· είναι ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η δύναμη του Θεού γίνεται παρούσα μέσα στην ανθρώπινη κατάσταση. Δεν πρόκειται για αντίθεση, αλλά για μυστική σύμπτωση: ο Θεός ενεργεί όχι παρά το δάκρυ, αλλά μέσα από αυτό. Αν αυτό ισχύει, τότε το «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» δεν είναι απλώς ένα περιστατικό της αφήγησης· είναι αποκάλυψη. Αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Θεός στέκεται απέναντι στον θάνατο και, κατ’ επέκτασιν, απέναντι στον άνθρωπο. Δεν πρόκειται για έναν Θεό που εξηγεί τον θάνατο, ούτε για έναν Θεό που σπεύδει αμέσως να τον καταργήσει. Στέκεται πρώτα μπροστά του· και δακρύζει.
Η κίνηση αυτή έχει βαρύτητα που υπερβαίνει το συγκεκριμένο γεγονός του θανάτου του Λαζάρου. Διότι ο θάνατος εδώ δεν είναι απλώς το τέλος ενός βιολογικού κύκλου· είναι το ρήγμα μιας σχέσης, η διακοπή μιας παρουσίας, η εμπειρία της απώλειας ως διάρρηξης του κόσμου. Η Μαρία δεν λέει απλώς «πέθανε»· λέει «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός»[5]. Το πένθος δεν είναι μόνο λύπη· είναι και μια μορφή σιωπηλής κατηγορίας, ένα ερώτημα που απευθύνεται στον Θεό: γιατί; Και ο Χριστός δεν απαντά με έναν λόγο. Δεν δίνει εξήγηση. Δεν αναπτύσσει θεοδικία. Δακρύζει.
Το δάκρυ, λοιπόν, δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας, ούτε απλώς συναισθηματική αντίδραση σε ένα αναπόφευκτο γεγονός. Είναι κάτι άλλο: μια πράξη που ανήκει συγχρόνως στην ανθρώπινη και στη θεία του ύπαρξη, χωρίς να εξαντλείται σε καμία από τις δύο.
Σε έναν κόσμο όπου ο θάνατος τείνει να ιδιωτικοποιηθεί, να αποστειρωθεί, να μετατραπεί σε διαχειρίσιμο γεγονός εντός των ορίων μιας ιατρικής ή ψυχολογικής γλώσσας, το δάκρυ αυτό αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά δεν γνωρίζει πώς να πενθήσει· ή, ακριβέστερα, δεν του επιτρέπεται να πενθήσει παρά μόνο εντός προκαθορισμένων σχημάτων. Η οδύνη γίνεται είτε θέαμα είτε πρόβλημα προς επίλυση. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η σιωπηλή πράξη του Χριστού μπροστά στον τάφο του φίλου του λειτουργεί σχεδόν ανατρεπτικά: δεν καταργεί το πένθος, δεν το υπερβαίνει με έναν εύκολο λόγο, αλλά το κατοικεί.
Ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το χωρίο, επιμένει ότι ο Χριστός δεν δακρύζει από αδυναμία, αλλά για να δείξει τη γνησιότητα της ανθρώπινης φύσεως και να διδάξει ότι το πένθος δεν είναι κάτι ξένο προς την αλήθεια της ζωής. Και πράγματι, το δάκρυ εδώ δεν είναι παραχώρηση σε μια αδυναμία που πρέπει να ξεπεραστεί· είναι ο τόπος όπου η ανθρώπινη εμπειρία αναγνωρίζεται ως πραγματική και όχι ως ψευδαίσθηση που πρέπει να διαλυθεί. Ο Θεός δεν αντιμετωπίζει τον πόνο ως κάτι που πρέπει απλώς να εξαλειφθεί· τον λαμβάνει σοβαρά. Εδώ ίσως μπορούμε να διακρίνουμε και μια βαθύτερη διάσταση του δακρύου: δεν αφορά μόνο τον Λάζαρο, αλλά τον ίδιο τον θάνατο ως τέτοιο. Ο Χριστός δεν θρηνεί απλώς έναν φίλο· στέκεται απέναντι στην πραγματικότητα της φθοράς που διαπερνά την ανθρώπινη ύπαρξη. Το δάκρυ του είναι, θα λέγαμε, η θεϊκή αντίδραση στην αποξένωση της κτίσεως από την πηγή της ζωής. Και υπό αυτή την έννοια, το δάκρυ αυτό προαναγγέλλει ήδη τον Σταυρό: την πλήρη είσοδο του Θεού στο ανθρώπινο δράμα, μέχρι τα έσχατά του όρια.
Ο Hans Urs von Balthasar, ο μεγάλος στοχαστής της θεολογίας του δράματος, θα μιλούσε εδώ για τη θεϊκή συμμετοχή στο ανθρώπινο γεγονός όχι ως εξωτερική παρέμβαση, αλλά ως εσωτερική κάθοδο. Ο Θεός δεν στέκεται απέναντι από την τραγωδία· εισέρχεται σε αυτήν. Το δάκρυ του Χριστού, λοιπόν, δεν είναι μια παροδική συγκίνηση· είναι η αρχή μιας καθόδου που θα φτάσει μέχρι την εμπειρία της εγκατάλειψης του Σταυρού. Ο Θεός δεν εξηγεί το κακό· το διαπερνά. Και εδώ το ερώτημα επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση: γιατί το δάκρυ προηγείται του θαύματος; Αν ο σκοπός είναι η ανάσταση του Λαζάρου, γιατί η καθυστέρηση; Γιατί η συγκίνηση; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι λειτουργική· δεν πρόκειται για προετοιμασία του θαύματος. Το δάκρυ δεν υπηρετεί το θαύμα· αντιθέτως, το αποκαλύπτει σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Διότι η σωτηρία, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν είναι η απλή κατάργηση ενός προβλήματος, αλλά η είσοδος σε μια σχέση που περνά μέσα από το ίδιο το τραύμα.
Ο Θεός δεν αντιμετωπίζει τον πόνο ως κάτι που πρέπει απλώς να εξαλειφθεί· τον λαμβάνει σοβαρά. Εδώ ίσως μπορούμε να διακρίνουμε και μια βαθύτερη διάσταση του δακρύου: δεν αφορά μόνο τον Λάζαρο, αλλά τον ίδιο τον θάνατο ως τέτοιο. Ο Χριστός δεν θρηνεί απλώς έναν φίλο· στέκεται απέναντι στην πραγματικότητα της φθοράς που διαπερνά την ανθρώπινη ύπαρξη. Το δάκρυ του είναι, θα λέγαμε, η θεϊκή αντίδραση στην αποξένωση της κτίσεως από την πηγή της ζωής.
Ο άνθρωπος της μετανεωτερικότητας, εξοικειωμένος με την ιδέα της τεχνικής επίλυσης των προβλημάτων, δυσκολεύεται να κατανοήσει αυτή τη λογική. Αναζητεί λύσεις, απαντήσεις, βεβαιότητες. Και όταν έρχεται αντιμέτωπος με την απώλεια, συχνά βρίσκεται ανυπεράσπιστος, όχι τόσο απέναντι στον θάνατο καθαυτό, όσο απέναντι στην έλλειψη νοήματος που αυτός φαίνεται να επιφέρει. Μέσα σε αυτή την εμπειρία, το «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» δεν προσφέρει μια άμεση απάντηση· προσφέρει κάτι πιο ριζικό: μια παρουσία που δεν εγκαταλείπει. Το δάκρυ του Χριστού νομιμοποιεί την ανθρώπινη οδύνη χωρίς να την απολυτοποιεί. Δεν λέει ότι ο πόνος είναι καλός· αλλά ούτε και τον ακυρώνει ως κάτι που πρέπει απλώς να ξεπεραστεί. Τον εντάσσει σε μια σχέση. Και ίσως αυτό είναι που λείπει περισσότερο από τον σύγχρονο άνθρωπο: όχι η εξήγηση του πόνου, αλλά η δυνατότητα να μην είναι μόνος μέσα σε αυτόν.
Από αυτή την άποψη, η φωνή που ακολουθεί – «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» – δεν είναι ξένη προς το δάκρυ· είναι η συνέχειά του. Δεν πρόκειται για μια απότομη μετάβαση από τη λύπη στη δύναμη, αλλά για μια κίνηση που αναδύεται μέσα από το ίδιο το πένθος. Ο Χριστός δεν φωνάζει από απόσταση· φωνάζει από το σημείο όπου δάκρυσε. Και αυτό είναι που δίνει στη φωνή του τη βαρύτητά της: δεν είναι διαταγή ενός εξωτερικού κυρίου, αλλά κλήση που προέρχεται από εκείνον που έχει ήδη εισέλθει στο σκοτάδι.
Η Εκκλησία, ως κοινότητα που συγκροτείται γύρω από αυτή τη φωνή, δεν καλείται να προσφέρει εύκολες παρηγορίες, ούτε να υποκαταστήσει το δάκρυ με λόγια. Καλείται να σταθεί στον ίδιο χώρο: εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά το όριο της ύπαρξής του. Αν υπάρχει μια εκκλησιολογική διάσταση στο γεγονός του Λαζάρου, αυτή δεν βρίσκεται πρωτίστως στο θαύμα καθαυτό, αλλά στη δυνατότητα μιας κοινότητας να υπάρχει μέσα στο πένθος χωρίς να το αρνείται και χωρίς να συντρίβεται από αυτό. Το «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» παραμένει, έτσι, ένα από τα πλέον απαιτητικά εδάφια της Γραφής. Διότι δεν μας επιτρέπει να καταφύγουμε ούτε σε έναν Θεό απόμακρο και απαθή, ούτε σε έναν Θεό που απλώς συμμερίζεται τον άνθρωπο χωρίς να τον σώζει. Μας φέρνει ενώπιον ενός Θεού που σώζει ακριβώς επειδή συμμετέχει· που εισέρχεται στο ανθρώπινο δράμα χωρίς να χάνει τη δύναμή του, και που αποκαλύπτει τη δύναμή του ακριβώς μέσα από αυτή την είσοδο.
Ίσως, τελικά, το δάκρυ αυτό να είναι το όριο της θεολογίας και συγχρόνως η αρχή της. Διότι εκεί όπου ο λόγος σιωπά μπροστά στο μυστήριο του θανάτου, το δάκρυ γίνεται η μόνη δυνατή απάντηση που δεν προδίδει την αλήθεια του ανθρώπου. Και εκεί, στο σημείο αυτό, ο Θεός δεν απουσιάζει. Είναι παρών. Όχι ως εξήγηση, αλλά ως σχέση.
[1] Ιω. 11, 35.
[2] Ιω. 11, 25.
[3] Ιω. 11, 43.
[4] Ιερός Αυγουστίνος, In Ioannis Evangelium Tractatus, 49.
[5] Ιω. 11, 32.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
- Hans Urs von Balthasar, Mysterium Paschale: The Mystery of Easter, San Francisco: Ignatius Press, 2000.
- Raymond E. Brown, The Gospel According to John I–XII, Anchor Bible 29, New York: Doubleday, 1966.
- Francis J. Moloney (SDB), The Gospel of John, Sacra Pagina 4, Collegeville: Liturgical Press, 1998.
- Joseph Ratzinger (Benedict XVI), Jesus of Nazareth, vol. 1, New York: Doubleday, 2007.
- Χρήστος Γιανναράς, Το πρόσωπο και ο έρως, Αθήνα, Ίκαρος, 2017.
- Ιωάννης Ζηζιούλας, Το Είναι ως Κοινωνία, Αθήνα, Ινδίκτος, 2023.
- Παναγιώτης Νέλλας, Ζώον Θεούμενον, Αθήνα, Αρμός, 2023.