Άκουσε το άρθρο:
Στον σύγχρονο άνθρωπο καλλιεργείται επίμονα ένα αίτημα: να διορθώσει τον εαυτό του. Να υπερβεί τα όριά του, να θεραπεύσει πλήρως τις αδυναμίες του, να ξεπεράσει τους φόβους του, να φτάσει σε μια κατάσταση ψυχικής και υπαρξιακής αυτάρκειας. Η επιθυμία αυτή, αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται υγιής, κρύβει μια βαθιά πλάνη: την αυταπάτη ότι η σωτηρία ταυτίζεται με την αυτοβελτίωση.
Η πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, και ιδιαιτέρως η διδασκαλία του Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, κινείται σε έναν εντελώς διαφορετικό άξονα. Δεν ξεκινά από την υπέρβαση της αδυναμίας, αλλά από την αποδοχή της. Δεν αναζητά έναν «διορθωμένο» άνθρωπο, αλλά έναν αληθινό άνθρωπο. Και αυτός ο άνθρωπος δεν είναι άλλος από εκείνον που τολμά να δει την πραγματικότητά του χωρίς άμυνες, χωρίς φαντασιώσεις, χωρίς ιδεολογικά στηρίγματα.
Η αποδοχή αυτή δεν είναι μια ψυχολογική τεχνική ούτε μια μορφή παθητικότητας. Είναι ένα γεγονός οντολογικό. Ο άνθρωπος καλείται να αναγνωρίσει ότι δεν είναι αυτάρκης, ότι δεν μπορεί να «κινήσει ούτε το μικρό του δακτυλάκι» χωρίς τη χάρη του Θεού. Στο σημείο αυτό συντελείται μια κρίσιμη μετατόπιση: το εγώ παύει να είναι το κέντρο της ύπαρξης και καθίσταται δεκτικό της σχέσης. Η ταπείνωση δεν είναι ηθική αρετή, είναι η αλήθεια της ύπαρξης.
«Για να φθάσουμε σε αυτό το σημείο, ο Θεός πρώτα μας ταπεινώνει, ήτοι μας αφήνει να έχουμε όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες, ακόμη και τις αμαρτίες, μόνο και μόνο για να νοιώθωμε και να μαθαίνωμε ότι εμείς δεν είμαστε τίποτε, ότι δεν μπορούμε να κουνήσωμε ούτε το μικρό μας δακτυλάκι.
Ο Θεός δεν χρειάζεται ούτε την δικαιοσύνη μας ούτε την αρετή μας ούτε τα προσόντα μας ούτε τις δυνατότητές μας ούτε την αγιότητά μας ούτε την ιεραποστολική μας δραστηριότητα· δεν χρειάζεται τίποτε από εμάς.»
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η στάση του Γέροντος απέναντι στον φόβο. Αντί να τον αντιμετωπίζει ως κάτι που πρέπει άμεσα να εξαλειφθεί, τον εντάσσει μέσα στην πνευματική πορεία. «Μη φοβάσαι τον φόβο σου», προτρέπει. Η φράση αυτή ανατρέπει τη συνήθη ψυχολογική και θρησκευτική προσέγγιση, που συχνά εντείνει το άγχος του ανθρώπου, προσθέτοντας έναν ακόμη στόχο: να μην φοβάται. Ο φόβος, όταν γίνεται αντικείμενο μάχης, συχνά ενισχύεται. Όταν όμως παύει να αποτελεί το κέντρο της προσοχής, χάνει τη δεσμευτική του δύναμη.
«Μη φοβάσαι τον φόβο σου. Εσύ κάνε αυτό που περνάει από το χέρι σου και άφησέ το στον Θεό. Κάνε αυτό που μπορείς. Αυτό που δεν μπορείς, άφησέ το στον Θεό.Μόνο μη ανησυχής και δυσανασχετής για τον φόβο σου, γιατί δεν υπάρχει φόβος. Όλοι αυτοί οι φόβοι είναι ψεύτικοι, ψυχολογικοί ή φανταστικοί.
Η ζωή μας, ακόμη και η τελευταία τρίχα της κεφαλής μας, είναι στα χέρια του Θεού.»
Η προσέγγιση αυτή συναντά και σύγχρονες ψυχολογικές αναγνώσεις, που υπογραμμίζουν ότι η αντίσταση στο δυσάρεστο βίωμα το ενισχύει, ενώ η αποδοχή του το αποδυναμώνει. Ωστόσο, στη χριστιανική εμπειρία, η αποδοχή δεν είναι απλώς μια λειτουργική στρατηγική. Είναι άνοιγμα σε μία σχέση. Ο άνθρωπος δεν αφήνει τον φόβο του στο κενό, αλλά τον εναποθέτει στον Θεό. «Αυτό που μπορείς, κάνε το, αυτό που δεν μπορείς, άφησέ το στον Θεό». Πρόκειται για μια πράξη εμπιστοσύνης που μετατοπίζει το βάρος της ύπαρξης.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η στάση του Γέροντος απέναντι στον φόβο. Αντί να τον αντιμετωπίζει ως κάτι που πρέπει άμεσα να εξαλειφθεί, τον εντάσσει μέσα στην πνευματική πορεία. «Μη φοβάσαι τον φόβο σου», προτρέπει. Η φράση αυτή ανατρέπει τη συνήθη ψυχολογική και θρησκευτική προσέγγιση, που συχνά εντείνει το άγχος του ανθρώπου, προσθέτοντας έναν ακόμη στόχο: να μην φοβάται. Ο φόβος, όταν γίνεται αντικείμενο μάχης, συχνά ενισχύεται. Όταν όμως παύει να αποτελεί το κέντρο της προσοχής, χάνει τη δεσμευτική του δύναμη.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η έννοια της «μεταποίησης», η οποία αποτελεί κεντρικό άξονα της διδασκαλίας του Γέροντος. Ο Θεός δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο το «υλικό» της ζωής του — τους φόβους, τις πληγές, τις αδυναμίες — αλλά του μαθαίνει πώς να το χρησιμοποιήσει. Ο φόβος του θανάτου μπορεί να γίνει αφορμή μετάνοιας, προσδοκίας, εσχατολογικής εγρήγορσης. Η αδυναμία μπορεί να γίνει ενεργητικότητα. Το πάθος μπορεί να μεταμορφωθεί σε κίνηση προς τον Θεό. Δεν πρόκειται για ηθική βελτίωση, αλλά για αλλαγή κατεύθυνσης.
«Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός συχνά επιτρέπει τον πειρασμό του φόβου του θανάτου.
Ο πιστός αρπάζει τον φόβο του θανάτου και τον μεταποιεί σε δύναμη, τον κάνει μετάνοια, προσδοκία της μελλούσης ζωής, μελέτη της αναστάσεως των νεκρών, τον ασπάζεται.
Μεταποιούν την ζωή τους και από αδυναμία την κάνουν ενεργητικότητα, από πάθος την κάνουν ζωή του Χριστού.
Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να ζούμε και μέσα στις αδυναμίες μας, αλλά μεταβάλλοντάς τες σε δυνάμεις.
Όπως ο αμαρτωλός μεταποιεί την αρετή σε κακία, τα πάθη από στοιχεία κατακτήσεως του Θεού σε πάθη που οδηγούν στην αμαρτία, εμείς να μεταποιούμε την αμαρτία και τα πάθη σε κατάκτηση του Θεού.»
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αποδοχή των ψυχολογικών καταστάσεων που δεν αλλάζουν εύκολα. Υπάρχουν άνθρωποι που «βλέπουν τη ζωή μέσα από ένα σκούρο φόντο». Η Εκκλησία δεν τους απορρίπτει ούτε τους εξαναγκάζει να αλλάξουν άμεσα την εσωτερική τους διάθεση. Τους καλεί να μην χάσουν τον «ορίζοντα». Ο ορίζοντας αυτός δεν είναι μια ψυχολογική αισιοδοξία, αλλά μια εσχατολογική προοπτική. Είναι η βεβαιότητα ότι η ζωή δεν εξαντλείται στο παρόν βίωμα.
Η προοπτική αυτή διαφοροποιείται ριζικά από κάθε τελειοκρατική αντίληψη της πνευματικής ζωής. Δεν υπόσχεται την πλήρη εξάλειψη των δυσκολιών, ούτε την επιστροφή σε μια «καθαρή» κατάσταση ύπαρξης. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι ορισμένα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης και της προσωπικής ιστορίας δεν μεταβάλλονται. Η κληρονομικότητα, τα τραύματα, οι ιδιοσυγκρασιακές τάσεις παραμένουν. Και όμως, αυτά δεν αποτελούν εμπόδιο για τη χάρη. Αντιθέτως, μπορούν να καταστούν ο τόπος όπου αυτή ενεργεί.
«Πολλά αδύνατα σημεία δημιουργούνται από την ιστορία μας, όπως οι μειονεξίες, από το κληρονομικό μας, από ατέλειες της φύσεώς μας που μερικές διορθώνονται, άλλες όμως δεν διορθώνονται.»
Η θέση αυτή έχει βαθιά ποιμαντική σημασία. Απελευθερώνει τον άνθρωπο από την ενοχή της μη-τελειότητας και τον εισάγει σε μια πιο ρεαλιστική και ταυτόχρονα πιο ελπιδοφόρα πορεία. Η πνευματική ζωή δεν είναι μια συνεχής άνοδος, αλλά μια πορεία μέσα από πτώσεις, επαναλήψεις, περιόδους ξηρασίας και κόπωσης. «Δεν μπορείς να κάνεις πολλή προσευχή; Δεν χάλασε ο κόσμος», λέγει ο Γέροντας. Η φράση αυτή, απλή και σχεδόν καθησυχαστική, κρύβει μια βαθιά θεολογία της σχέσης: ο Θεός δεν μετρά επιδόσεις, αλλά παραμονή.
«Όσο αντιδράμε στην κούραση, τόσο αυτή δεν φεύγει.
Κατάλαβα ότι μόνο να την υπομένω μπορώ αυτήν την κούραση.
Δεν μπορείς τώρα να κάνης πολλή προσευχή; Δεν χάλασε ο κόσμος.
Κάνε τώρα τα κομποσχοίνια που μπορείς να κάνης με τον αγώνα σου.
Να μάθωμε να μη δυσανασχετούμε, αλλά να τα δεχόμαστε όλα.»
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αποδοχή των ψυχολογικών καταστάσεων που δεν αλλάζουν εύκολα. Υπάρχουν άνθρωποι που «βλέπουν τη ζωή μέσα από ένα σκούρο φόντο». Η Εκκλησία δεν τους απορρίπτει ούτε τους εξαναγκάζει να αλλάξουν άμεσα την εσωτερική τους διάθεση. Τους καλεί να μην χάσουν τον «ορίζοντα». Ο ορίζοντας αυτός δεν είναι μια ψυχολογική αισιοδοξία, αλλά μια εσχατολογική προοπτική. Είναι η βεβαιότητα ότι η ζωή δεν εξαντλείται στο παρόν βίωμα.
«Άλλοι δεν βλέπουν την ζωή υπό ένα ευχάριστο πρίσμα λόγω κληρονομικότητος ή παιδικών τραυματισμών· τα βλέπουν όλα μέσα σε ένα σκούρο φόντο, μια φορά και μαύρο. Αλλά και αυτοί είναι παιδιά του Θεού και αυτοί είναι βαπτισμένοι εις το όνομα του Χριστού και αυτοί είναι κεκλημένοι για την βασιλεία των ουρανών… Μέσα σε αυτήν την κατάστασή τους σπουδαίο είναι ότι δεν χάνουν τον ορίζοντά τους.»
Τελικά, η αποδοχή του «μη-αλλαγμένου» δεν οδηγεί σε στασιμότητα, αλλά σε μεταμόρφωση. Όχι μεταμόρφωση εξωτερική, αλλά εσωτερική. Ο άνθρωπος παύει να μάχεται τον εαυτό του και αρχίζει να ζει. Και μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, εκεί όπου δεν αλλάζει τίποτε εξωτερικά, αρχίζει να αλλάζει η καρδιά.
Η συνάντηση με τον Θεό δεν πραγματοποιείται όταν ο άνθρωπος γίνει «άξιος», αλλά όταν γίνει αληθινός. Και ο τόπος αυτής της αλήθειας δεν είναι η δύναμη, αλλά η αδυναμία, όχι η βεβαιότητα, αλλά ο φόβος, όχι η τελειότητα, αλλά η αποδοχή. Εκεί, στο σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να αντιστέκεται στην πραγματικότητά του, ανοίγεται ο χώρος της χάριτος.
«Αυτή η συννεφιά θα περάση, δεν είναι κάτι σημαντικό. Πες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Αν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» σε κάνη να μελαγχολής πιο πολύ, πες το «δόξα σοι ο Θεός πάντων ένεκεν». Αρκεί να δέχεσαι αυτό που δεν μπορείς να ξεπεράσης. Δέξου το αυτό και θα πας στον ουρανό και θα γίνης βασίλισσα εκεί.»
Και τότε, αυτό που δεν αλλάζει, παύει να είναι εμπόδιο.
και γίνεται, τόπος συνάντησης.
Βιβλιογραφία
- Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Βιώματα Πνευματικής Ζωής και Ασκήσεως, Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος.
- Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Κατηχήσεις και Λόγοι, Ιερά Μονή Ορμυλίας.
- Αγία Γραφή.
- Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, Περί Διαφόρων Αποριών.
- Αγίου Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικοί Λόγοι.
- Zizioulas, J., Being as Communion.
- Williams, R., The Wound of Knowledge.
- Frankl, V., Man’s Search for Meaning.
- Rogers, C., On Becoming a Person.