ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΕΡΒΙΑΣ ΚΑΙ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΕΡΒΙΑΣ ΚΑΙ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ

Θεολογικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας και Ρουμανίας

Η Διδασκαλία περί των Ακτίστων Ενεργειών του Θεού στη Σερβική θεολογία

Μετά το τέλος του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας ήταν για ένα σύντομο διάστημα εχθρικές, κυρίως λόγω της προγενέστερης υποστήριξης του Τίτο προς τους κομμουνιστές. Ωστόσο, το 1950 οι δυο χώρες ξεκίνησαν τη διαδικασία επαναπροσέγγισης και στο τέλος του ίδιου έτους αντάλλαξαν πρεσβευτές. Αυτό είχε ως συνέπεια την επακόλουθη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της Ελλαδικής και της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία οδήγησε σε ενδιαφέρουσες αλληλεπιδράσεις στη θεολογική έρευνα. Αναμφίβολα, οι Σέρβοι θεολόγοι που σπούδασαν και έγραψαν στα ελληνικά γνώριζαν αρκετά καλά και τη ρωσική γλώσσα, καθώς και τις εξελίξεις στη ρωσική θεολογία πριν τα γεγονότα του 1917- 1918. Επιπλέον, είχαν επαφές και με τα επιτεύγματα της ρωσικής θεολογίας της διασποράς, με την οποία οι Έλληνες θεολόγοι εκείνης της περιόδου δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η σερβική παρουσία στο ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον από τη δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 1980, είχε ως αποτέλεσμα τον συνδυασμό της ρωσικής θεολογίας, με τα επιτεύγματα της ελληνικής θεολογίας καθώς και την ενδελεχή μελέτη των πατερικών πηγών.

Ο πρώτος καρπός αυτών των σχέσεων ήταν πιθανότατα η μελέτη του Αμφιλόχιου Ράντοβιτς Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Άγιον Γρηγόριον Παλαμάν (1973). Εδώ για πρώτη φορά ερευνάται επιμελώς μια σειρά έργων του αγίου καθώς και η συνάφεια της διδασκαλίας του με την υπόλοιπη πατερική σκέψη. Παρουσιάζεται παράλληλα με λεπτομερή τρόπο η διδασκαλία της διάκρισης ουσίας-ενέργειας στον Θεό, η οποία θεωρείται θεμελιώδης για την ορθοδοξία καθώς και για το χριστολογικό δόγμα. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο συγγραφέας φαίνεται επηρεασμένος από ένα ιδιόμορφο περσοναλισμό, ο οποίος κυριαρχούσε στους κύκλους της θεολογικής αναγέννησης στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1960. Δεν είναι σίγουρο εάν ο συγγραφέας έχει επηρεαστεί από τον Ιωάννη Ζηζιούλα αναφορικά με τη θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων ή γενικότερα από το ρεύμα του υπαρξισμού που ήταν διάχυτο στην ορθόδοξη θεολογία εκείνη την εποχή. Ο Ράντοβιτς ερμηνεύει το ζήτημα της Θείας Χάρης ως ουσιώδους ενέργειας του Θεού, αλλά μόνο σε δύο μέρη της εργασίας του αναφέρει τον όρο προσωπικές/προσωπική ενέργεια. Το βήμα προς τη χρήση αυτού του όρου, έστω και σποραδικά, ο οποίος αποτελεί καινοτομία για την ορθόδοξη παράδοση έως τότε, είναι χαρακτηριστικό για τις κατευθύνσεις της ορθόδοξης θεολογίας στη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Ράντοβιτς δημοσιεύει αυτή την εργασία πρώτα στα ελληνικά, χρησιμοποιώντας όλο τον γλωσσικό και εννοιολογικό πλούτο που του παρέχει αυτή επιλογή. Πάντως, οι κριτικές γι’ αυτή την καινοτομία δεν εμφανίζονται παρά μόνο κατά τα τέλη του 20ου αιώνα (βλ. Χρυσόστομος Σταμούλης, Περί Φωτός. Προσωπικές ή φυσικές ενέργειες; Συμβολή στη σύγχρονη περί Αγίας Τριάδος προβληματική στον Ορθόδοξο χώρο).

Φαίνεται όμως ότι ο Ράντοβιτς δεν είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτό τον όρο, καθώς λίγο νωρίτερα ο Γεώργιος Μαντζαρίδης είχε αναφερθεί σε μια δημόσια διάλεξή του στις 22 Μαρτίου 1970 στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, στην άκτιστη Θεία Χάρη ως προσωπική ενέργεια του Θεού, καθώς και στη προσωπική σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με τον Θεό μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας. Αυτοί οι ισχυρισμοί συμβαδίζουν με το πνεύμα της εποχής, γι’αυτό και δεν διεγείρουν κάποια περαιτέρω συζήτηση. Άλλωστε και ο π. Ιωάννης Μάγεντορφ θα χρησιμοποιήσει παρόμοιες εκφράσεις αναφορικά με τη θεολογία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά λέγοντας ότι η αριστοτελική δυάδα ουσία-ενέργεια δεν είναι επαρκής για να εκφράσει την ύπαρξη του Θεού, επειδή η θεία ενέργεια δεν προέρχεται απλά από την θεία ουσία, αλλά αποτελεί προσωπική ενέργεια. Το 1986 ο π. Μάγεντορφ δημοσιεύει ένα κείμενο στα ελληνικά με το ίδιο περίπου περιεχόμενο, στο οποίο αναφέρεται καθαρά σε «προσωπικές θείες ενέργειες».

Αν και στους ανωτέρω ερευνητές η χρήση του όρου «προσωπικές ενέργειες» θεωρείται κυρίως συμπληρωματική και ακολουθεί τον κύριο όρο «ουσιώδεις θείες ενέργειες» ή «φυσικές ενέργειες», δεν παύει να αποτελεί καινοτομία σε σχέση με την πατερική παράδοση, σύμφωνα με την οποία το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αϊδίως εκ του Πατρός και αποστέλλεται από τον Υιό, καθώς η Θεία Χάρη είναι κοινή για όλη την Αγία Τριάδα. Εδώ δεν αποκαλύπτεται άμεσα η ουσία, κάτι που θα ήταν παράλογο κατά τους Πατέρες, ούτε κάποια από τις τρεις υποστάσεις, αλλά εκδηλώνεται η θεότητα ως δύναμη, ως άκτιστη χάρη, φως και δόξα, η οποία δρα με ιδιόμορφο ad extra τρόπο. Η υπόσταση δε εκδηλώνεται ως κάτι ξεχωριστό, αλλά συμμετέχει στην κοινή τριαδική ενέργεια. Συνεπώς διά της ενέργειας φανερώνεται η Αγία Τριάδα ως ενότητα και παρουσία της Θείας Χάρης. Ακολουθώντας τη σκέψη του Μάξιμου του Ομολογητή, ο ερευνητής της βυζαντινής φιλοσοφίας Γκεόργκι Καπρίεφ αναφέρει τα εξής: «Η φυσική ενέργεια είναι μία και μοναδική σε όλα τα άτομα. Πραγματοποιείται διά της ενότητας και της ταυτότητας της φύσεως σε κάθε άτομο και αποτελεί τον φορέα της ειδοποιού μορφής. Αυτή η μορφή ενεργοποιείται υποστατικά, αυξάνεται, μειώνεται, συγκεντρώνεται ή διασκορπίζεται σύμφωνα με το σύνολο των χαρακτηριστικών του κάθε προσώπου. Αυτό ακριβώς καθιστά δυνατό το να μιλάμε για φυσική ενέργεια στον πληθυντικό αριθμό».

Ο πρώτος καρπός αυτών των σχέσεων ήταν πιθανότατα η μελέτη του Αμφιλόχιου Ράντοβιτς Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Άγιον Γρηγόριον Παλαμάν (1973). Εδώ για πρώτη φορά ερευνάται επιμελώς μια σειρά έργων του αγίου καθώς και η συνάφεια της διδασκαλίας του με την υπόλοιπη πατερική σκέψη. Παρουσιάζεται παράλληλα με λεπτομερή τρόπο η διδασκαλία της διάκρισης ουσίας-ενέργειας στον Θεό, η οποία θεωρείται θεμελιώδης για την ορθοδοξία καθώς και για το χριστολογικό δόγμα. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο συγγραφέας φαίνεται επηρεασμένος από ένα ιδιόμορφο περσοναλισμό, ο οποίος κυριαρχούσε στους κύκλους της θεολογικής αναγέννησης στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1960.

Πιθανότατα η τροποποίηση της διδασκαλίας περί ακτίστων ενεργειών από τους Αμφιλόχιο Ράντοβιτς, Γεώργιο Μαντζαρίδη και Ιωάννη Μάγεντορφ οφείλεται σε απολογητικούς λόγους, δηλαδή στην αποφυγή των κατηγοριών της δυτικής θεολογίας ότι η διδασκαλία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά αποτελεί «ουσιοκρατισμό» και παραβιάζει την «ενότητα του Θεού» λόγω της επιρροής του Νεοπλατωνισμού στο Ύστερο Βυζάντιο. Από την άλλη πλευρά διαφαίνεται και η επιρροή των διενέξεων για την σοφιολογία του π. Σέργιου Μπουλγκάκοφ. Καθίσταται φανερή η επιδίωξη του ακριβούς διαχωρισμού των όρων υπόσταση/πρόσωπο ενέργεια/χάρη ούτως ώστε να μην υπάρχει ανάμειξη μεταξύ τους όπως στην περίπτωση του Μπουλγκάκοφ.

Ένα ακόμη σημαντικό έργο, το οποίο δημοσιεύθηκε από τον σημερινό επίσκοπο Μπάτσκας Ειρηναίο Μπούλοβιτς αποτελεί η μελέτη Το Μυστήριο της εν τη Αγία Τριάδι διακρίσεως της θείας ουσίας και ενέργειας κατά τον άγιον Μάρκον Εφέσου τον Ευγενικόν. Η εργασία αυτή αποτελεί περισσότερο ιστορική σύνθεση και δεν αποπειράται να ερμηνεύσει την διδασκαλία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά στο πλαίσιο του διαλόγου με την δυτική θεολογία. Η επιρροή του έργου του Ράντοβιτς είναι φανερή, καθώς και οι περσοναλιστικές τάσεις που αντικατοπτρίζονται σε ολόκληρη την εργασία. Παρόλα αυτά ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και στηρίζεται κυρίως στις πατερικές πηγές. Το ίδιο παρατηρούμε και σε ένα ακόμα  κείμενο του Μπούλοβιτς με τίτλο Η Θεολογία του Διαλόγου σύμφωνα με τον αγ. Μάρκο Εφέσου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο σέρβικο περιοδικό Teološki pogledi (Θεολογικές θεωρήσεις) το 1975.

Στο ίδιο ρεύμα εντάσσεται και  το σύντομο κείμενο του Αθανάσιου Γιέφτιτς Ο Ών: Γιαχβέ ως ζών και αληθινός Θεός, όπως περί αυτού μαρτυρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα το 1986. Ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά τις συζητήσεις γύρω από την παλαμική διδασκαλία περί ακτίστων ενεργειών, γι’ αυτό και επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν απρόσωπες ενέργειες· αυτές οι ενέργειες είναι υποστατικές και γίνονται αντιληπτές από τον άνθρωπο. Την ίδια τάση τονισμού του ρόλου της υπόστασης ως ιδιαίτερης ορθόδοξης θεολογικής προσέγγισης και οικονομίας του Αγίου Πνεύματος παρατηρούμε και στα άρθρα του Η Θεία Ευχαριστία ως πράξη του Αγίου Πνεύματος και Η Ευχαριστία στην Ανατολική Εκκλησία. Στα δύο αυτά κείμενα αναφέρεται η δράση της «ενέργειας του Αγίου Πνεύματος» στη Θεία Ευχαριστία, προφανώς έχοντας υπόψη τις άκτιστες ενέργειες. Ωστόσο, η έκφραση αυτή εξισορροπείται με την επισήμανση ότι η Εκκλησία εκείνη τη στιγμή είναι σε κοινωνία με όλη την Αγία Τριάδα. Στο προαναφερθέν σύντομο κείμενο παρόλο που δεν χρησιμοποιούνται οι όροι «άκτιστες ενέργειες» ή «άκτιστη Θεία Χάρη» προκαλεί εντύπωση η ιδιαίτερα περσοναλιστική ανάγνωση των δύο  Προς Κορινθίους Επιστολών όπου γίνεται λόγος για το Άγιο Πνεύμα, και ιδιαίτερα τα κεφάλαια 10 έως 14 της Α΄ Προς Κορινθίους. Ασφαλώς αυτή η θεολογική προσέγγιση φαίνεται αρκετά εύλογη στο θεολογικό ακαδημαϊκό πλαίσιο των δεκαετιών 1970 και 1980.   

Την ίδια τάση τονισμού του ρόλου της υπόστασης ως ιδιαίτερης ορθόδοξης θεολογικής προσέγγισης και οικονομίας του Αγίου Πνεύματος παρατηρούμε και στα άρθρα του Η Θεία Ευχαριστία ως πράξη του Αγίου Πνεύματος και Η Ευχαριστία στην Ανατολική Εκκλησία. Στα δύο αυτά κείμενα αναφέρεται η δράση της «ενέργειας του Αγίου Πνεύματος» στη Θεία Ευχαριστία, προφανώς έχοντας υπόψη τις άκτιστες ενέργειες. Ωστόσο, η έκφραση αυτή εξισορροπείται με την επισήμανση ότι η Εκκλησία εκείνη τη στιγμή είναι σε κοινωνία με όλη την Αγία Τριάδα. Στο προαναφερθέν σύντομο κείμενο παρόλο που δεν χρησιμοποιούνται οι όροι «άκτιστες ενέργειες» ή «άκτιστη Θεία Χάρη» προκαλεί εντύπωση η ιδιαίτερα περσοναλιστική ανάγνωση των δύο  Προς Κορινθίους Επιστολών όπου γίνεται λόγος για το Άγιο Πνεύμα, και ιδιαίτερα τα κεφάλαια 10 έως 14 της Α΄ Προς Κορινθίους. Ασφαλώς αυτή η θεολογική προσέγγιση φαίνεται αρκετά εύλογη στο θεολογικό ακαδημαϊκό πλαίσιο των δεκαετιών 1970 και 1980.

Η Έννοια του Προσώπου στη Θεολογία του π. Δημητρίου Στανιλοάε

Ασφαλώς ο π. Δημήτριος Στανιλοάε δεν μπορεί να θεωρηθεί ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του περσοναλισμού, καθώς δεν αντιπαραβάλλει την ελευθερία του προσώπου με τη φυσική αναγκαιότητα όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας. Παρόλα αυτά η έννοια του προσώπου αποτελεί το πρίσμα μέσα από το οποίο διαφαίνεται η δυναμική των σχέσεων μεταξύ Θεού, ανθρώπου και κτίσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ίδιες τάσεις που επισημάναμε στην περίπτωση του Αθανάσιου Γιέφτιτς φανερώνονται και στην εργασία του π. Δημητρίου Η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, η οποία δημοσιεύεται την ίδια περίπου εποχή. Ο π. Στανιλοάε υποστηρίζει ότι:

Πράγματι διά των ενεργειών, οι οποίες καθίστανται ενέργειες του ανθρώπου, το Πνεύμα ενώνεται με τον άνθρωπο, χωρίς όμως να γίνεται το ίδιο, υποκείμενο των ενεργειών αυτών στον άνθρωπο· συγκαταβαίνει στο επίπεδο της ανθρώπινης ύπαρξης, ανυψώνοντας ταυτόχρονα τον άνθρωπο στο επίπεδο της θεϊκής ύπαρξης, καθώς τον καθιστά πνευματοφόρο και τον θεοποιεί.

Λίγο παρακάτω συμπληρώνει:

Αυτό σημαίνει ότι το Πνεύμα, το Οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός, «ενοικεί» ή «ζει» στον Υιό. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η σχέση μεταξύ του Υιού, ως φύλακα του θησαυρού ή Δωρητή του Πνεύματος ως ζώντα θησαυρού, δεν αποτελεί μια σχέση, η οποία στηρίζεται μόνο στην ομοιουσιότητα (καθώς αν ήταν έτσι δεν θα υπήρχε καμία διάκριση μεταξύ τους) αλλά είναι σχέση μεταξύ δύο Προσώπων, σχέση, η οποία θεμελιώνεται άρρηκτα στην ενότητα της ουσίας […]

Στη δογματική του διδασκαλία συνδέει επίσης την διδασκαλία των ενεργειών με την έννοια του προσώπου. Επικαλείται την αυθεντία των έργων του Διονυσίου Αεροπαγίτη σχετικά με αυτή τη διδασκαλία, την οποία συνδέει με την έννοια του προσώπου στο κεφάλαιο που αφιερώνει στις ενέργειες του Θεού (βλ. Dumitru Staniloae, The Experience of God, 125-140). Κατά κάποιον τρόπο οι ενέργειες σχετίζονται με την προσωπική ύπαρξη:

Ουσιαστικά δεν έχουμε καμία εμπειρία του Θεού, εκτός από τις ποικίλες ενέργειες του στην κτίση, οι οποίες σχετίζονται με εμάς. Εκτός από αυτό γνωρίζουμε ότι στη βάση τους βρίσκεται η προσωπική υφιστάμενη ουσία, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πως συμβαίνει αυτό, διότι αφορά την υπερούσια ουσία. Ό,τι γνωρίζουμε για τον Θεό είναι η δυναμική Του την οποία βιώνουμε στη σχέση του με τον κόσμο ή στη σχέση Του μαζί μας. Η δυναμική αυτή δεν υπόκειται σε κάποια αναγκαιότητα, ούτε σε πάθος, αλλά είναι απόλυτα ελεύθερη.

Ο π. Στανιλοάε, όπως και οι προαναφερθέντες Σέρβοι ερευνητές, έχει μια σαφή ιδέα για τη σημασία αυτής της διδασκαλίας όσον αφορά την ορθόδοξη θεολογία και τα δόγματα της Εκκλησίας. Παραμένει όμως πιστός ως ένα βαθμό στην παλαιότερη σχολαστική μεθοδολογία της έκθεσης  των δογμάτων. Αυτό φαίνεται από την κατανομή της ύλης στα δογματικά του έργα και στις θεμελιώδεις του αρχές. Παρόλα αυτά όσον αφορά τις εργασίες του παραμένει άλυτο το ζήτημα του αντικειμενικού περιεχομένου των πηγών, οι οποίες δεν προϋποθέτουν ένα τέτοιο σχολαστικό σχήμα ή μορφή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα σχετικά με την έννοια της απόκάλυψης:

Η Ορθόδοξη Εκλησία δεν διαχωρίζει την αποκάλυψη σε φυσική ή υπερφυσική. Η φυσική αποκάλυψη κατανοείται στο φως της υπερφυσικής. Με άλλα λόγια  υποστηρίζουμε ότι η φυσική αποκάλυψη δίδεται και υποστηρίζεται από τον Θεό αδιαλλείπτως διά των ενεργειών Του, οι οποίες είναι υπέρ-φυσικές. Γι’ αυτό το λόγο ο αγ. Μάξιμος Ομολογητής δεν θέτει κάποια ουσιώδη διάκριση μεταξύ φυσικής, υπερφυσικής ή βιβλικής αποκάλυψης. Κατ’ αυτόν η τελευταία αποτελεί ενσάρκωση της πρώτης στα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα.

Αυτός ο λογικός ισχυρισμός δεν τον εμποδίδει πάντως να αναπτύξει παρακάτω δύο ξεχωριστά κεφάλαια με τίτλους «Φυσική αποκάλυψη» και «Υπερφυσική αποκάλυψη».Αυτή η παράδοξη προσέγγιση είναι χαρακτηριστική για ολόκληρο το έργο του αλλά μπορεί να δικαιολογηθεί ως ένα σημείο λόγω του καθιερωμένου τρόπου με τον οποίο παρουσιαζόταν η δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκλησίας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και υπό την επιρροή της φιλοσοφίας του υπαρξισμού τον 20ο αιώνα, καθώς και λόγω της πολεμικής ενάντια στη δυτική θεολογική κριτική, η χρήση του όρου «υποστατικές» ή «προσωπικές ενέργειες»  ως συμπλήρωμα της διδασκαλίας περί ενεργειών, φαίνεται να είναι μια λογική λύση αν λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι ενέργειες ακολουθούν την ουσία και τη φύση και αναφέρονται και στις τρεις υποστάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι προναφερθέντες ερευνητές συνδέουν τις ενέργειες με τις υποστάσεις. Δηλαδή οι ενέργειες εκδηλώνονται «διά των υποστάσεων», «στις υποστάσεις», καθόσον η ουσία του Θεού υφίσταται και στις τρεις υποστάσεις. Με τη χρήση αυτού του όρου φαίνεται ότι αποκρούουν τις κατηγορίες ότι η παλαμική διδασκαλία περί ενεργειών ανοίγει διάπλατα την πόρτα στη πλατωνική φιλοσοφία και οδηγεί σε ένα ιδιόμορφο χριστιανικό πανθεϊσμό. Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 αυτή η θεολογική λύση αποδείχθηκε αρκετά επαρκής για την άμυνα της ορθοδοξίας έναντι της δυτικής θεολογικής κριτικής και δεν προκάλεσε ουδεμία έκπληξη.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και υπό την επιρροή της φιλοσοφίας του υπαρξισμού τον 20ο αιώνα, καθώς και λόγω της πολεμικής ενάντια στη δυτική θεολογική κριτική, η χρήση του όρου «υποστατικές» ή «προσωπικές ενέργειες»  ως συμπλήρωμα της διδασκαλίας περί ενεργειών, φαίνεται να είναι μια λογική λύση αν λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι ενέργειες ακολουθούν την ουσία και τη φύση και αναφέρονται και στις τρεις υποστάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι προναφερθέντες ερευνητές συνδέουν τις ενέργειες με τις υποστάσεις. Δηλαδή οι ενέργειες εκδηλώνονται «διά των υποστάσεων», «στις υποστάσεις», καθόσον η ουσία του Θεού υφίσταται και στις τρεις υποστάσεις. Με τη χρήση αυτού του όρου φαίνεται ότι αποκρούουν τις κατηγορίες ότι η παλαμική διδασκαλία περί ενεργειών ανοίγει διάπλατα την πόρτα στη πλατωνική φιλοσοφία και οδηγεί σε ένα ιδιόμορφο χριστιανικό πανθεϊσμό. Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 αυτή η θεολογική λύση αποδείχθηκε αρκετά επαρκής για την άμυνα της ορθοδοξίας έναντι της δυτικής θεολογικής κριτικής και δεν προκάλεσε ουδεμία έκπληξη.


Ο Δρ. Σβετοσλάβ Ριμπολόφ (Svetoslav Ribolov) είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Συστηματικής Θεολογίας, της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας «Αγ. Κλήμης της Αχρίδας».

Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα απ’ το πέμπτο κεφάλαιο της μελέτης Επιστροφή στην Μυστική Εμπειρία των Πατέρων: Η Διδασκαλία περί των Ακτίστων Ενεργειών του Θεού στην ελληνική θεολογία του 20ου αιώνα (Σόφια: Sinodalno Izdatelstvo, 2014), η οποία πραγματοποιήθηκε το 2012 στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, στην Αθήνα, κατόπιν αιτήματος Βούλγαρων θεολόγων. Ο κύριος λόγος που οδήγησε στη συγγραφή αυτής της μελέτης ήταν η έντονη συζήτηση στη Βουλγαρία την περίοδο 2007-2014 για το ζήτημα των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Λόγω του γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουν δημοσιευθεί πολλές εργασίες για το εν λόγω ζήτημα, οι συνάδελφοι του συγγραφέα τον παρακάλεσαν να πραγματοποιήσει μια μελέτη, παρουσιάζοντας τα νέα δεδομένα στο βουλγαρικό κοινό. Η μελέτη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε σεμινάριο συστηματικής θεολογίας που διεξάχθηκε στο Βέλικο Τάρνοβο τον Σεπτέμβριο του 2012.

Μετάφραση από τα βουλγαρικά Γιάννης Καμίνης, Συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Το εικαστικό θέμα της ανάρτησης προέρχεται από τον πίνακα του Γερμανοελβετού ζωγράφου Paul Klee «Παρεκκλήσι».