ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΞΑΝΑΓΡΑΦΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΞΑΝΑΓΡΑΦΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;

Μπορεῖ να ξαναγραφεῖ ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας;

Α. Ἱστορώντας την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

Ἡ εἰκόνα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, συχνά καθορίζεται ἀπό τήν ἱστορική της συνέχεια και ταυτότητα με την πρώτη και ἀρχαία Ἐκκλησία Κατά τήν ἐποχή τῆς ἀνάπτυξης τῆς νεότερης ἱστοριογραφίας μετά τόν 17ο αἰώνα, ἕνα σοβαρό βῆμα στην διαμόρφωση αὐτῆς τῆς εἰκόνας στόν ἑλληνόφωνο κατ’ ἀρχήν χῶρο, ἔγινε ὅταν ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στήν Ἀνατολή χρησιμοποιήθηκε κι ἀπό τήν ἴδια γιά ἀπολογητικούς καί πολεμικούς λόγους σέ δύσκολες ἐποχές. Μετά τή Μεταρρύθμιση καί τούς ὁμολογιακούς πολέμους πού ἀποτελοῦν καί πόλεμο ἱστοριογραφικοῦ ἀφηγήματος γιά τό ποιός διασώζει τόν αὐθεντικό Χριστιανισμό, στήν Ἀνατολή ἀκολουθοῦν ἔργα πού στηρίζουν τήν ἀδιάσπαστη παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων στήν Ἀνατολή ὅπως ἡ Ἐπιτομή ἱεροκοσμικῆς Ἱστορίας τοῦ Νεκταρίου Ἱεροσολύμων ἤ πού ἀντλοῦν ὑλικό καί μέθοδο ἀπό τήν πολεμική ἐκκλησιαστική ἱστοριογραφία τῆς Δύσης ὅπως τίς Μαγδεμβούργειες Ἑκατονταετηρίδες, ὅπως τοῦ φιλολατίνου μοναχοῦ Παϊσίου Λιγαρίδη καί πάνω σ’ αὐτό (ἐμπλουτίζοντάς το) θά γράψει ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων τό γνωστό ἔργο του Ἱστορία τῶν ἐν Ἰεροσολύμοις πατριαρχευσάντων. Τό ἔργο αὐτό θά χρησιμοποιήσει πλέον τήν ἱστορία γιά νά ἀνασκευάσει διδασκαλίες τῶν Λατίνων ὅπως τό παπικό πρωτεῖο, λειτουργικά ζητήματα κλπ.). Στίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 18ου αἰώνα συγγράφεται ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Μελετίου Ἀθηνῶν (Μήτρου) πού εἶναι περισσότερο ἱστορία καί λιγότερο πολεμική δογματική πραγματεία, ὅμως ἡ θεματική κινεῖται περίπου στήν ἴδια κατεύθυνση.

Δεν εἶναι ὑπερβολή να ποῦμε ὅτι παρά την ἀνάπτυξη τῶν σημαντικῶν ἐπιστημονικῶν ἐργαλείων, ὅπως τῆς κριτικῆς τοῦ κειμένου, τῆς χρήσης τῶν ἀρχαιολογικῶν πηγῶν, δεν ἄλλαξε ριζικά ἡ γενική στοχοθεσία και ὀπτική ἀπό την πολεμική και την ἀπολογητική ἀξιοποίηση τῆς θεσμικῆς και γενικότερης συνέχειας και τήν ἔμφαση στό πεδίο τῆς γεγονοτολογίας στά πρόσωπα, τούς θεσμούς και τίς ἰδέες τοῦ προσκηνίου τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Σέ δεύτερη μοῖρα ἔρχονται φαινόμενα τοῦ ΠΑΡΑσκηνίου, δηλαδή λαϊκή εὐσέβεια, ἁγιολογία, ἱστορία τῆς ἄσκησης, ἐξέλιξη τῆς θείας λατρείας κλπ. πού στά ἐγχειρίδια τιτλοφοροῦνται «ἐσωτερικός βίος» τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι συνεπῶς εὔλογο ὅτι ἡ ἱστοριογράφηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας αὐτοῦ τοῦ εἴδους μετατρέπεται σέ μιά ἐκκλησιολογική κατηγορία: ἡ ἱστορία ταυτίζεται μέ τήν «οὐσία» τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐν χρόνῳ κατανόηση τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικής καὶ ἀποστολικής Ἐκκλησίας». Ἄρα ἀμφισβήτηση ἀκόμα και ἐπιμέρους πτυχῶν ἤ γεγονότων θά «ξήλωνε» σιγά-σιγά σάν πουλόβερ ὅλο το οὐσιῶδες περιεχόμενο μέ προφανεῖς σωτηριολογικές συνέπειες.

Δεν εἶναι ὑπερβολή να ποῦμε ὅτι παρά την ἀνάπτυξη τῶν σημαντικῶν ἐπιστημονικῶν ἐργαλείων, ὅπως τῆς κριτικῆς τοῦ κειμένου, τῆς χρήσης τῶν ἀρχαιολογικῶν πηγῶν, δεν ἄλλαξε ριζικά ἡ γενική στοχοθεσία και ὀπτική ἀπό την πολεμική και την ἀπολογητική ἀξιοποίηση τῆς θεσμικῆς και γενικότερης συνέχειας και τήν ἔμφαση στό πεδίο τῆς γεγονοτολογίας στά πρόσωπα, τούς θεσμούς και τίς ἰδέες τοῦ προσκηνίου τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας

1.Ὁ πολεμικός χαρακτήρας

Τό πιό εὔκολο πρᾶγμα γιά νά κατοχυρώσεις τήν ταυτότητά σου φαίνεται να εἶναι ἡ ἐπίθεση σέ ὅ,τι φαίνεται διαφορετικό. Ἡ πλήρης ἐπαναφορά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στη σύγχρονη παγκόσμια κοινωνία και πραγματικότητα μετά τη δεκαετία τοῦ 1990 ἔφερε μια γιγαντιαία ἀναμόχλευση για την διεκδίκηση ταυτότητας σ’ ἕναν κόσμο ἀλλαγῶν. Ἡ ἐπίθεση στην Ἀνατολή, στη Δύση, στο filioque, στο πρωτεῖο, στον Ὀρθολογισμό, το δικαιωματισμό, το Ἰσλάμ, κ.ἄ.π. ἀπετέλεσαν ἕνα πολύ πειρασμικό περιβάλλον γιά τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ὥστε να συνεχίσει μιά πορεία, ἡ ὁποία βεβαίως στο παρελθόν ὡς πολεμική εἶχε ἀναμφισβήτητα γόνιμες πλευρές, ἀλλά τώρα, σ’ ἕνα γενικό bellum omnium contra omnes τά ἐλαττώματα αὐτῆς τῆς πορείας φαίνονται πιά πολύ καθαρά. Σημειώνω δύο: τό διαρκές σύνδρομο θυματοποίησης πού συνοδεύει τήν Ὀρθόδοξη νεώτερη ἐκκλησιαστική ἱστορία καί περιορίζει ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς σ’ ἕνα ρομαντικά ἡρωϊκό ἄνισο διμέτωπο ἀγώνα κατά τῶν δύο Γολιάθ τῆς Λατινικῆς Δύσης καί τῆς Ἰσλαμικῆς Ἀνατολῆς. Συναφής δεύτερη παρενέργεια εἶναι ἐπιστημολογικές στρεβλώσεις. Κλασικό παράδειγμα στην ἑλληνόφωνη ἐκκλησιαστική ἱστορία εἶναι ἡ ὑστεροβυζαντινή περίοδος, πού ἀντιμετωπίζεται ὡς περίοδος «σάντουιτς» ἀνάμεσα στην ἔνδοξη βυζαντινή ἐποχή πού προηγήθηκε καί τήν Τουρκοκρατία πού ἀκολούθησε, καί συνοδεύεται μέ γενικευμένες κρίσεις τουλάχιστον προβληματικές: θεωρεῖται περίοδος παρακμῆς, προδοσίας, διαμάχης Ὀρθόδοξων ἑνωτικῶν και ἀντορθόδοξων ἀνθενωτικῶν κλπ.

Ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς αὐτομεμψίας και τῆς ἀποφυγῆς τῆς κατάκρισης εἶναι βασικά σημεῖα πρόοδου τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί αὐτό τό στοιχεῖο δέν μπορεῖ παρά νά ἀφορᾶ καί τήν συλλογική αὐτοκατανόηση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, εἶναι ἕνα πνευματικό αἴτημα πρωτίστως τό νά σπουδάσουμε τήν πορεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ νηφαλιότητα, καταλλαγή καί ἀμεροληψία. Ἀπό πλευρᾶς μεθοδολογικῶν ἐργαλείων ἔχουμε ἀξιοσημείωτη πρόοδο, ὅπως ἡ μεταποικιακή προσέγγιση (postcolonial approach) πού, παρά πιθανά σημεῖα κριτικῆς, βοηθᾶ νά κατανοήσουμε π.χ. πλευρές τοῦ ἀντιδυτικοῦ μονολόγου ὡς ἱστορίας.

Τό πιό εὔκολο πρᾶγμα γιά νά κατοχυρώσεις τήν ταυτότητά σου φαίνεται να εἶναι ἡ ἐπίθεση σέ ὅ,τι φαίνεται διαφορετικό. Ἡ πλήρης ἐπαναφορά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στη σύγχρονη παγκόσμια κοινωνία και πραγματικότητα μετά τη δεκαετία τοῦ 1990 ἔφερε μια γιγαντιαία ἀναμόχλευση για την διεκδίκηση ταυτότητας σ’ ἕναν κόσμο ἀλλαγῶν. Ἡ ἐπίθεση στην Ἀνατολή, στη Δύση, στο filioque, στο πρωτεῖο, στον Ὀρθολογισμό, το δικαιωματισμό, το Ἰσλάμ, κ.ἄ.π. ἀπετέλεσαν ἕνα πολύ πειρασμικό περιβάλλον γιά τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ὥστε να συνεχίσει μιά πορεία, ἡ ὁποία βεβαίως στο παρελθόν ὡς πολεμική εἶχε ἀναμφισβήτητα γόνιμες πλευρές, ἀλλά τώρα, σ’ ἕνα γενικό bellum omnium contra omnes τά ἐλαττώματα αὐτῆς τῆς πορείας φαίνονται πιά πολύ καθαρά.

2.Ἡ ἀπολογητική και αὐτοδοξαστική ἔμφαση στήν ταυτότητα

Μέ τήν τάση αὐτή, ἡ ἱστορία ὡς κριτικό ἀγώνισμα και εὕρεση τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας τείνει να ἀκυρωθεῖ, ἀφοῦ περιεχόμενο τοῦ ἱστορικοῦ ἀφηγήματος εἶναι ἡ πλήρης ἱστορική ταυτότητα, ἄρα ἡ μή-ἱστορία! Σύμφωνα με τίς ἰσχύουσες ἀντιλήψεις πού ἐνισχύονται ἀπό μια ἐκκλησιαστική ρητορική με προφανεῖς ποιμαντικούς και οἰκοδομητικούς στόχους, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα πλοῖο πού ταξιδεύει μέσα στο πέλαγος τῆς ἱστορίας (νοητή ναῦς). Ὅμως, στην κλασική φρασεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου για την Ἐκκλησία ὡς σῶμα στην Προς Ἐφεσίους Ἐπιστολή, τό σῶμα αὐτό ἐξελίσσεται καί «οἰκοδομεῖται»: «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ,  ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας [] ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, Χριστός». Ἀπό αὐτά συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία «αὔξει καί προοδεύει» και δεν εἶναι ἕνα στατικό μέγεθος. Ἐπίσης, τούς προσερχομένους σέ αὐτήν τούς ἀλλάζει, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀλλάζοντας και την φύση τῶν ἅγριων θηρίων σέ ἥμερα, σέ ἀντίθεση με την ἱστορική Κιβωτό μέ τήν ὁποία παρομοιάζεται γενικά ἡ Ἐκκλησία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ θετική ἀξιολόγηση ἀπό πολλούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς και ὑμνογράφους ἡ κοσμοκρατορία τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας πού θεωρήθηκε ἐργαλεῖο τῆς Θείας Οἰκονομίας γιά νά διαδοθεῖ το μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄρα καί ἡ Ἐκκλησία καί ὁ «κόσμος» μέ θεολογική ἔννοια εἶναι μεγέθη πού ἐξελίσσονται καί σέ μεγάλο βαθμό ἀλληλεπιδροῦν κι ἔτσι πρέπει καί νά ἐξιστοροῦνται.

3.Ἡ ἐπιμονή στην ἐκκλησιαστική ἱστορία τοῦ προσκηνίου.

Μια ἄλλη σημαντική παρενέργεια εἶναι ἡ ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας με τίς δομές της, τον κλῆρο κλπ. ἐνῶ το ὑπόλοιπο τμῆμα εἶναι το ποίμνιο πού δεν παράγει ἱστορία, ἀλλά ἀκολουθεῖ τά γεγονότα ὡς ντεκόρ και ἀποκτᾶ κάποιο ρόλο ὅταν εἴτε στηρίζει με μαζικές ἐκδηλώσεις συνόδους, χειροτονίες κλπ. ἤ ἀποτελεῖ πρόβλημα ὅταν ἀκολουθεῖ ἀποκλίνουσες πρακτικές καί πρέπει νά «κανονισθεῖ» κι ἔτσι μαθαίνουμε κατά λάθος σχεδόν γιά ὕπαρξη ἰουδαιοχριστιανῶν, τό ρόλο τῶν γυναικῶν, γνωστικίζουσες ἤ δυαρχικές ὁμάδες ἀσκητῶν, συγγραφεῖς κλπ. πού τιμῶνται ὡς ἅγιοι, θεωρώντας ὅλ’ αὐτά μιά οἰονεί ἀπόβλητη μορφή αἱρετικοῦ Χριστιανισμοῦ, πού ὅμως για μεγάλα χρονικά διαστήματα δέν θεωροῦνταν ὡς τέτοια ἤ ἀποκαταστάθηκαν ἤ ἐπανερμηνεύθηκαν ἀργότερα

ἡ Ἐκκλησία «αὔξει καί προοδεύει» και δεν εἶναι ἕνα στατικό μέγεθος. Ἐπίσης, τούς προσερχομένους σέ αὐτήν τούς ἀλλάζει, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀλλάζοντας και την φύση τῶν ἅγριων θηρίων σέ ἥμερα, σέ ἀντίθεση με την ἱστορική Κιβωτό μέ τήν ὁποία παρομοιάζεται γενικά ἡ Ἐκκλησία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ θετική ἀξιολόγηση ἀπό πολλούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς και ὑμνογράφους ἡ κοσμοκρατορία τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας πού θεωρήθηκε ἐργαλεῖο τῆς Θείας Οἰκονομίας γιά νά διαδοθεῖ το μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄρα καί ἡ Ἐκκλησία καί ὁ «κόσμος» μέ θεολογική ἔννοια εἶναι μεγέθη πού ἐξελίσσονται καί σέ μεγάλο βαθμό ἀλληλεπιδροῦν κι ἔτσι πρέπει καί νά ἐξιστοροῦνται.

Ὅμως, καί πάλι σύμφωνα με την παύλεια εἰκόνα (Ρωμ. 12:3-5) τὀ σῶμα ἀκριβῶς ἀπό αὐτά χαρακτηρίζεται, δηλ.  ἀπό ποικιλομορφία τῶν μελῶν.  Ἡ δομή εἶναι νευραλγική για την Ἐκκλησία, αλλά αὐτό συνεπάγεται την ἰσότιμη ἐκκλησιολογική ἀξία ὅλων τῶν μελῶν, την ἐξέλιξη στη Λατρεία κλπ. Ἑπομένως, ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας  θα πρέπει να εἶναι μια συνδυαστική ἐξιστόρηση «ἐξωτερικοῦ» και «ἐσωτερικοῦ» βίου. Για παράδειγμα, πολύ δύσκολα θα κατανοήσουμε την ἐξέλιξη τῶν χριστολογικῶν ἐρίδων μετά το 451 ἄν δεν συνεξετάσουμε τίς μεγάλες ἀλλαγές στη θρησκευτικότητα, τη μετεξέλιξη τῆς ὑστεροαρχαϊκῆς πόλης, το νέο πολιτιστικό και γεωπολιτικό ρόλο μεγάλων κοινοβίων μοναστηριῶν στην Παλαιστίνη ἤ τη Συρία, κλπ.

Μαζί μ’ αὐτά συναντοῦμε κι ἕνα ἄλλο φαινόμενο: την ἱστοριογράφηση τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό ἔνα κέντρο ἱεραρχικό και σέ μεγάλο βαθμό πολιτικό. Ὁ ἱστορικός μετατρέπεται σ’ ἕνα εἶδος ἱερομνήμονα/ὑπομνηματογράφου. Ἔτσι, κρίσιμα ζητήματα ὅπως ἡ πτώση τοῦ Βυζαντίου, ἡ ἀνάδειξη «ὑποκατάστατων» αὐτοῦ (Σουλτάνος, Τσάρος) περνοῦν μέσα ἀπό αὐτή την κατανόηση ἑνός ἱεραρχικοῦ κέντρου, μια χρήση τῆς ἱστορίας πού βρίσκει ἰδιαίτερη ἐφαρμογή στη κανονικό δίκαιοὍμως, τά πράγματα δεν ἦταν πάντα ἔτσι και για να ἀπαντήσουμε σήμερα μ’ ἕνα θετικό τρόπο πῶς μπορεῖ και πρέπει να γράφεται ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας θα πᾶμε στην ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας.

Β. Μπορεῖ να ὑπάρξει «ἄλλη ἱστορία»;

Γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι ἡ Ἐκκλησιαστική ἱστορία ὡς ἰδιαίτερο γραμματειακό εἶδος ἄνθισε τον 4ο και τον 5ο αἰώνα με πρῶτο διδάξαντα τον Εὐσέβιο Παμφίλου Μητροπολίτη Καισαρείας Παλαιστίνης πού μίλησε για ἱστορία ἐπικεντρωμένη στήν οἰκονομία τοῦ Κυρίου και Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Εὐσέβιος εἶχε ἐπίγνωση τῆς πρωτοτυπίας τοῦ ἐγχειρήματός του γράφοντας στον πρόλογο ὅτι «πρῶτοι νῦν τῆς ὑποθέσεως ἐπιβάντες οἰὰ τινα ἐρήμην καὶ ἀτριβῆ ὁδόν ἐγχειροῦμεν» (Εκκλ. Ἱστ. Α΄ 1, 3

Ὅμως, ὁ Εὐσέβιος εἶχε ἤδη ἐργασθεῖ συγκεντρώνοντας ὑλικό σέ δύο ἄλλα ἔργα, τη Χρονογραφία και την Εὐαγγελική Προπαρασκευή, ὅπου συγκεντρώνει την ἀπαραίτητη γνώση ἱστορικῆς ὕλης πού θα τοῦ ἐπέτρεπε να παραλληλίσει και να συσχετίσει τά ἐκκλησιοϊστορικά γεγονότα με ἐκείνα τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Τί σημαίνουν ὅλα τά παραπάνω;

Α. ὅτι ἡ ἀρχική ἰδέα για την δημιουργία μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας δεν εἶναι τόσο ξεχωρισμένη ἀπό την προσπάθεια ἱστοριογραφικῆς σύλληψης τῆς παγκόσμιας ἱστορίας (δηλαδή τη Χρονογραφία) ὅσο συνήθως πιστεύουμε.

Β. ὅτι κάθε προσπάθεια ἱστοριογράφησης βασίζεται στη μέθοδο και τη συσσωρευμένη γνώση τῆς μέχρι τότε ἱστοριογραφίας (πίνακες, συγγραφεῖς, πηγές κλπ.) ἀλλά γίνεται ἀντικείμενο ἐπεξεργασίας (με αὐτούσια μάλιστα παραθέματα ἀπό πηγές) για να φτιαχτεῖ μια τεκμηριωμένη ἀφήγηση τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ΜΕΣΑ στην ἱστορία τοῦ κόσμου με ἄξονα το ἔργο τοῦ Ίησοῦ Χριστοῦ (ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας).

Γ. ὑπάρχουν συγκεκριμένα αἴτια και κίνητρα για την ἱστορία πού τά παρέχει ἡ συνάντηση τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος με τίς προκλήσεις και τά ἐρωτήματα κάθε ἐποχῆς. Αὐτά εἶναι α. προς τά ἔξω ἡ ἀπολογητική προσπάθεια νά φανεῖ ὁ Χριστιανισμός ἀρχαιότερος ἀπό τον Ἑλληνισμό, β. προς τά μέσα να φανεῖ ἡ ἱστορική συνέχεια με τούς φορεῖς τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος μέσω τῶν ἐπισκόπων και γ. να καταρριφθεῖ ἡ ἀντίληψη ὅτι με βάση χρονικούς ὑπολογισμούς ἔρχεται σύντομα ἡ Δευτέρα Παρουσία και το τέλος τοῦ κόσμου. Φυσικά, καθώς προχωροῦμε στον 4ο αἰώνα, ὁ Εὐσέβιος δίνει ἕναν πιο ἠθοπλαστικό σκοπό στην ἀφήγησή του καί ἀργότερα, ἀρχίζει να ἀποκρυσταλλώνεται ἡ ἰδέα μιᾶς συνάφειας με τη ρωμαϊκή αὐτοκρατορία γι’ αὐτό και ὁ Σωκράτης έξιστορεῖ με χωρισμό σέ βασιλεῖες, ὅμως περιγράφει και τον Χριστιανισμό ἔξω ἀπό τη ρωμαϊκή αὐτοκρατορία. Ἀργότερα, καθώς ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία μετατρέπεται σέ «βυζαντινή» ἱστορία, αὐτό χάνεται.

Ποιά σημασία ἔχουν τώρα αὐτές οἱ παρατηρήσεις για μᾶς; Συνδυάζοντάς τες με τίς παραπάνω ἐπικρίσεις μποροῦμε να καταλήξουμε στις ἑξῆς σκέψεις για το πῶς μποροῦμε να ξαναγράψουμε ἤ να ξανασυλλάβουμε την ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Αὐτό θά γίνει μέ τό νά

  • ἐπανακαθορίσουμε τη σχέση τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας με την παγκόσμια ἱστορία χωρίς θυματοποιήσεις ἤ αὐτοκρατορικά σύνδρομα, ἄρα ξαναπεριλαμβάνοντας την ἱστορία τῆς περιφέρειας (π.χ. τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Χριστιανῶν κατ’ ἀρχήν πού εἶναι και οἱ πιο κοντινοί) ἀλλά και τῶν ἄλλων Χριστιανῶν σέ διαρκῆ ἀλληλεπίδραση και ὄχι με πολεμική ἤ φοβική διάσταση και τέλος την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ἱστορία ὁλόκληρου τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἔτσι, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θα πάψει να εἶναι το πλατωνικό «μπαλόνι» πού πλέει ἀκατάρριπτο στους ἐχθρικούς οὐρανούς τοῦ κόσμου και θα γίνει ἕνα ἱστορικό ὑποκείμενο πού διαρκῶς κατακτᾶ την ἑνότητα και την ταυτότητά του, χωρίς νά χρειάζεται να πολεμᾶ τούς «ἄλλους».
  • ἀνακτηθεῖ ὁ ἀνοικτός χαρακτήρας τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας πού πορεύεται προς τη συνάντηση με την κεφαλή και Σωτήρα της, ἀλλά ἡ πορεία αὐτή ὑπόκειται στήν  εὐθύνη κάθε ἐποχῆς και ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος να κατευθύνεται σωστά και να προετοιμάζεται προς αὐτή τη συνάντηση, διότι μπορεῖ «πύλαι Ἄδου» να μην «κατισχύσουσιν αὐτῆς» (τῆς Ἐκκλησίας), πλήν «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς εὑρήσῃ ἄραγε τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;», τὴν ἴδια στιγμή πού δύναται και «ἐκ τῶν λίθων τέκνα Ἀβραάμ ἐγεῖραι». Αὐτή την ἀνοιχτότητα και την ἀνάληψη εὐθύνης πρέπει να διαπαιδαγωγεῖ ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Nq ἐπανακαθορίσουμε τη σχέση τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας με την παγκόσμια ἱστορία χωρίς θυματοποιήσεις ἤ αὐτοκρατορικά σύνδρομα, ἄρα ξαναπεριλαμβάνοντας την ἱστορία τῆς περιφέρειας (π.χ. τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Χριστιανῶν κατ’ ἀρχήν πού εἶναι και οἱ πιο κοντινοί) ἀλλά και τῶν ἄλλων Χριστιανῶν σέ διαρκῆ ἀλληλεπίδραση και ὄχι με πολεμική ἤ φοβική διάσταση και τέλος την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ἱστορία ὁλόκληρου τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἔτσι, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θα πάψει να εἶναι το πλατωνικό «μπαλόνι» πού πλέει ἀκατάρριπτο στους ἐχθρικούς οὐρανούς τοῦ κόσμου και θα γίνει ἕνα ἱστορικό ὑποκείμενο πού διαρκῶς κατακτᾶ την ἑνότητα και την ταυτότητά του, χωρίς νά χρειάζεται να πολεμᾶ τούς «ἄλλους».

Μιά πρακτική ἰδέα ὁρολογικοῦ ἀναπροσανατολισμοῦ θά ἦταν ἀντί για Ἐκκλησιαστική ἱστορία να μιλήσουμε για Ἐκκλησία ἤ Χριστιανισμό ΣΤΗΝ ἱστορία και να κρίνουμε το ὀρθόδοξο ἀπό το μη ὀρθόδοξο ὄχι με βάση το παρελθόν ἀλλά με κριτήριο τη δοκιμασία ἀπέναντι στις ἱστορικές προκλήσεις.


Ο Δημήτριος Μόσχος είναι Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Τμήμα Θεολογίας του Ε.Κ.Π.Α., Διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης Αρχαίου Ανατολικού Χριστιανισμού του ιδίου Τμήματος και μέλος του Δ.Σ. της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Το παρόν κείμενο αποτελεί περίληψη ομιλίας που δόθηκε στο πλαίσιο του κύκλου ηλεκτρονικών διαλέξεων «Καιρός του ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, στις 26 Μαΐου 2021.

Το εικαστικό θέμα της ανάρτησης προέρχεται από τον πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Georges Rouault «Φθινόπωρο στη Ναζαρέτ».