ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ

Τα Διδάγματα του Κορωνοϊού

Εδώ και χρόνια αυτό που ονομάζουμε «κανονικότητα» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πορεία της ανθρωπότητας σε ένα τεντωμένο σχοινί, μια άκρως επικίνδυνη ακροβασία που ενέχει αδιάλειπτα τον κίνδυνο της πτώσης. Τώρα που το σκοινί έσπασε αναρωτιόμαστε πως θα επιστρέψουμε στην προγενέστερη «κανονικότητα», ενώ όλες οι ελλείψεις και τα ελαττώματα μας αναδύονται δραματικά στην επιφάνεια, αποκαλύπτοντας πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός και ο τρόπος ζωής μας.

Αναμφίβολα ο Covid-19 μας δείχνει ότι όταν η ανθρωπότητα είναι ενωμένη υπό έναν κοινό σκοπό η αλλαγή είναι εκπληκτικά γρήγορη και δυνατή. Κανένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος δεν φαίνεται τεχνικά δύσκολο να επιλυθεί, τα περισσότερα προέρχονται απ’ την ανθρώπινη διαφωνία και διαίρεση. Μια ενωμένη ανθρωπότητα γεννάει απεριόριστες δημιουργικές δυνάμεις. Κάποτε η πρόταση διακοπής των αεροπορικών μεταφορών θα φαινόταν παράλογη, ωστόσο ο Covid-19 την έκανε για ένα διάστημα πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και για τις ριζικές αλλαγές ως προς την κοινωνική μας συμπεριφορά, την οικονομία και τον ρόλο της κυβέρνησης στη ζωή μας. Η τρέχουσα κρίση καταδεικνύει τη δύναμη της συλλογικής μας θέλησης όταν συμφωνούμε για κάτι που θεωρούμε σημαντικό. Τι άλλο άραγε μπορούμε να επιτύχουμε ενωμένοι;

Ο κορωνοϊός μοιάζει με επέμβαση αποκατάστασης, η οποία διαρρηγνύει τον εθισμό στον «κανονικό» τρόπο ζωής. Διακόπτοντας μια συνήθεια αντιλαμβανόμαστε ότι μπορούμε να αναστείλουμε τον καταναγκασμό και να ασκήσουμε την ελεύθερή μας βούληση κάνοντας μια διαφορετική επιλογή. Όταν η τρέχουσα κρίση υποχωρήσει, θα έχουμε την ευκαιρία να αναρωτηθούμε αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην «κανονικότητα» ή αν όσα διδαχθήκαμε αυτή τη περίοδο μπορούν να μας βοηθήσουν να οικοδομήσουμε μια διαφορετική κοινωνία στο μέλλον. Για παράδειγμα μπορούμε να αναρωτηθούμε για το ρόλο της θρησκείας στη ζωή μας ή ακόμη για το κατά πόσον η παρακολούθηση των ιερών ακολουθιών και η μετοχή στη θεία Ευχαριστία δεν έχουν μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε μια συνηθισμένη τελετουργική πράξη, ένα θρησκευτικό καθήκον που λησμονεί τα λόγια του Ιησού ότι το «Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο» (Μκ. 2:27). Θα μπορούσαμε επίσης να αναρωτηθούμε, αν πράγματι χρειαζόμαστε τόσα αεροπορικά ταξίδια, διακοπές, νυκτερινές εξόδους, συναυλίες, επισκέψεις σε εμπορικά κέντρα, αγορές ή αν όλα αυτά δεν είναι παρά μια αφορμή για να ξεφύγουμε απ’ την ίδια την «κανονικότητα» αποφεύγοντας το βασικότερο, την αλλαγή του τρόπου της ύπαρξής μας. Περαιτέρω θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιους τομείς της οικονομίας θα θέλαμε να αποκαταστήσουμε και ποιους θα ήταν καλό να τους αφήσουμε να σβήσουν.

Όταν η τρέχουσα κρίση υποχωρήσει, θα έχουμε την ευκαιρία να αναρωτηθούμε αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην «κανονικότητα» ή αν όσα διδαχθήκαμε αυτή τη περίοδο μπορούν να μας βοηθήσουν να οικοδομήσουμε μια διαφορετική κοινωνία στο μέλλον. Για παράδειγμα μπορούμε να αναρωτηθούμε για το ρόλο της θρησκείας στη ζωή μας ή ακόμη για το κατά πόσον η παρακολούθηση των ιερών ακολουθιών και η μετοχή στη θεία Ευχαριστία δεν έχουν μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε μια συνηθισμένη τελετουργική πράξη, ένα θρησκευτικό καθήκον που λησμονεί τα λόγια του Ιησού ότι το «Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο» (Μκ. 2:27).

Μέχρι τώρα, τα επίσημα στατιστικά στοιχεία αναφέρουν ότι πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αποβιώσει παγκοσμίως λόγω του κορωνοϊού, ενώ τα κρούσματα είναι 199 εκατομμύρια. Αυτό σημαίνει ότι έως ότου εξέλθουμε απ’ αυτόν τον εφιάλτη ο αριθμός των νεκρών θα είναι αρκετά μεγαλύτερος. Καθένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που χάθηκαν λόγω του ιού ή που νοσεί έχει αγαπημένα πρόσωπα, οικογένεια και φίλους. Η συμπόνια και η εντολή του Ιησού «να αγαπάτε ο ένας τον άλλον» (Ιω. 13:34) μας καλούν να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποτραπεί αυτή η τραγωδία. Ωστόσο η εν Ελλάδι Εκκλησία χρειάστηκε την κυβερνητική πίεση για να κάνει στην πράξη αποδεκτά τα μέτρα αντιμετώπισης του ιού στη χώρα, τα μέτρα δηλαδή που συμβάλλουν στο να αποτραπεί η εξάπλωση της πανδημίας και ο θάνατος των αδελφών μας. Σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο, εκατοντάδες αρχιερείς, κληρικοί, μοναχοί, ιεροψάλτες, φοιτητές θεολογικών σχολών και νεωκόροι αρρώστησαν, ενώ πολλοί έχασαν τη ζωή τους. Δυστυχώς η Εκκλησία της Ελλάδος άργησε να ταχθεί υπέρ του εμβολίου για τον κορωνοϊό και το έπραξε μόνο μετά από πολλές αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις, με συνέπεια σήμερα να παρατηρούμε ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ της Διοικούσας Εκκλησίας και μέρος του ποιμνίου, το οποίο στην καλύτερη περίπτωση παραμένει δύσπιστο προς το εμβόλιο, ενώ πολλές φορές προτάσσει διάφορες συνωμοσιολογικές θεωρίες ούτως ώστε να το αποφύγει. Τα αίτια αυτού του χάσματος είναι πολλαπλά. Πρώτον, οι πιστοί έχουν εθιστεί εδώ και χρόνια σε μυθοπλασίες, ιστορίες θαυμάτων και ψευδολογιών όπως με το άγιο φως που μεταφέρεται με κυβερνητικό αεροσκάφος από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα και έχει χαρακτηριστεί μάλιστα «ως θαύμα, το οποίο δεν χώρα αμφισβήτηση», ενώ έχει αποδειχτεί ότι  η αφή γίνεται με τη βοήθεια ανθρώπινου χεριού. Δεύτερον, η κοσμική σοφία ήδη είχε αρχίσει να υποτιμάται πριν τη πτώση του Βυζαντίου και να θεωρείται υποδεέστερη σε σχέση με την αποστολική σοφία, σε σημείο μάλιστα που να θεωρείται η «έξω σοφία» μάταιη, βλαβερή και ανώφελη! Πιθανότατα αυτή η αντιδιαστολή κοσμικής και θεϊκής σοφίας, να οδήγησε σε μια έμμεση υποτίμηση της λογικής και κυρίως του ενδιαφέροντος για την έρευνα του φυσικού κόσμου, σε αντίθεση με την ενδοσκόπηση και την αδιάλειπτη προσευχή. Αργότερα, κατά την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας, η δυσπιστία αυτή έλαβε και χαρακτήρα ανασταλτικών επεμβάσεων, όπως π.χ. με τη δημόσια καταδίκη και την παράδοση στη πυρά συγγραμμάτων του Μεθόδιου Ανθρακίτη, η οποία συνοδεύτηκε από οχλαγωγικές εκδηλώσεις που αναπόφευκτα θυμίζουν τους σύγχρονους αντιεμβολιαστές, ενώ παρόμοιες εκδηλώσεις έλαβαν χώρα και το 1819 στη Σμύρνη με τη στήριξη της τοπικής Εκκλησίας, οι οποίες οδήγησαν στο κλείσιμο του Φιλολογικού Γυμνασίου που θεωρείτο προπύργιο του Διαφωτισμού (Παντελής Καλαϊτζίδης, «Ορθοδοξία και Διαφωτισμός»). Η καχυποψία προς την επιστήμη παραμένει ισχυρή και σήμερα· σε μια έρευνα σχετικά με τη δημόσια αποδοχή της θεωρίας της εξέλιξης, η οποία διεξήχθη το 2004 σε 36 χώρες, η Ελλάδα ήταν έβδομη απ’ το τέλος, με ποσοστό αμφισβήτησης της θεωρίας που ξεπερνούσε το 50% ενώ άλλες χώρες με πλειοψηφικό Ορθόδοξο πληθυσμό όπως η Κύπρος, η Βουλγαρία και η Ρουμανία ήταν επίσης στις τελευταίες θέσεις, με ουραγό τη μουσουλμανική Τουρκία. (Efthymios Nicolaidis, «Science and Orthodoxy).

Σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο, εκατοντάδες αρχιερείς, κληρικοί, μοναχοί, ιεροψάλτες, φοιτητές θεολογικών σχολών και νεωκόροι αρρώστησαν, ενώ πολλοί έχασαν τη ζωή τους. Δυστυχώς η Εκκλησία της Ελλάδος άργησε να ταχθεί υπέρ του εμβολίου για τον κορωνοϊό και το έπραξε μόνο μετά από πολλές αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις, με συνέπεια σήμερα να παρατηρούμε ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ της Διοικούσας Εκκλησίας και μέρος του ποιμνίου, το οποίο στην καλύτερη περίπτωση παραμένει δύσπιστο προς το εμβόλιο, ενώ πολλές φορές προτάσσει διάφορες συνωμοσιολογικές θεωρίες ούτως ώστε να το αποφύγει.

Με βάση τα παραπάνω δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση ότι τα μέτρα κατά του ιού «σκανδαλίζουν» πολλούς πιστούς καθώς και ιερείς, διότι κάποιοι θεωρούν ότι παραβιάζουν τη συνήθη πρακτική και την εκκλησιαστική παράδοση. Η επιστήμη, η λογική και η έρευνα αντί να γίνονται αποδεκτές ως δώρα του Θεού στον άνθρωπο, θεωρούνται αντίπαλος της πίστης και μιας ειδωλοποιημένης παράδοσης που αντί να απελευθερώνει, εγκλωβίζει σε σχήματα του παρελθόντος. Η εμμονή με την «παράδοση», όμως, αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα που σχετίζεται με την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να οριοθετήσει τη ζωή του σύμφωνα με ορισμένες βεβαιότητες, οι οποίες εν τέλει οδηγούν στη θωράκιση του εαυτού αποτρέποντας τον απ’ το άνοιγμα προς τον άλλον. Όπως αναφέρει και ο Χρήστος Γιανναράς: «Οι θρησκευτικοί θεσμοί και τα ιερατεία […] προσφέρουν απαλλαγή από τον τρόμο της άγνοιας, βεβαιότητες και πεποιθήσεις περιβεβλημένες το κύρος του ιερού ή της αποκάλυψης. Προσφέρουν εγγυήσεις αιώνιας επιβίωσης του ατόμου και συγκεκριμένες πρακτικές για την “αντικειμενική” εξασφάλιση της “σωτηρίας”. Συντηρούν με εκπληκτική δεξιότητα την ανάγκη του ανθρώπου για το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος – ευνοούν έναν παρατεινόμενο (δίχως διακινδυνεύσεις ή ανασφάλειες) παιδισμό εξάρτησης από αυθεντίες» (Ενάντια στη Θρησκεία). Ακριβώς αυτή η εμμονή με την «παράδοση», τις κανονιστικές διατάξεις και τη συνήθεια οδηγεί σε ένα τύπο φαρισαϊσμού που υποτάσσει τον άνθρωπο σε έναν νέο «νόμο» αντί να τον απελευθερώνει. Άλλωστε οι Φαρισαίοι δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να επινοήσουν κανόνες και διατάξεις που τους βοηθούσαν να τηρήσουν πληρέστερα τους νόμους του Μωυσή. Αυτοί οι κανόνες διαμόρφωσαν τελικά ένα σώμα παράδοσης, το οποίο έδειχνε για παράδειγμα, τι θα μπορούσε να πράξει ο ευσεβής θρησκευόμενος την ημέρα του Σαββάτου προκείμενου να τηρήσει την αγιότητα της ημέρας ξεχωρίζοντας την απ’ τις άλλες. Αυτοί οι κανόνες που αναπτύχθηκαν μεταξύ των Φαρισαίων έφτασαν να προσλάβουν έναν χαρακτήρα «προφορικού νόμου», ο οποίος τηρείτο παράλληλα με τον «γραπτό» Νόμο του Μωυσή. Φαίνεται ότι οι Φαρισαίοι πίστευαν ότι όποιος τηρούσε τον προφορικό νόμο, αυτόματα τηρούσε και τον γραπτό. Ο σκοπός τους δεν ήταν εξαρχής νομικίστικος, αλλά είχε άμεση σχέση με τη τήρηση των εντολών του Θεού. Παρόλα αυτά η εμμονή στην τήρηση των διατάξεων, στο γράμμα του νόμου, τους οδήγησε σε μια σκλήρυνση, η οποία μετέτρεψε την πίστη στο Θεό σε ιδεολογία, η οποία είχε ως στόχο τη θωράκιση στις δικές τους βεβαιότητες και την παράδοση στην αυτοδικαίωσή τους. Εδώ ταιριάζουν και τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Αυτός μας αξίωσε να υπηρετήσουμε τη νέα διαθήκη, όχι το γράμμα του νόμου, αλλά το πνεύμα του Θεού. Γιατί το γράμμα του νόμου οδηγεί στο θάνατο, ενώ το Πνεύμα δίνει ζωή» (Β΄ Κορ. 3:6).

Φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει σήμερα δέσμια σε ένα σύνολο κανόνων που έχει τις ρίζες του σε παλαιότερες εποχές, κανόνες που πλέον δεν έχουν πρακτικό σκοπό αλλά «υπηρετούν τις απαιτήσεις ατομικής ευυποληψίας, ναρκισσιστικού καθωσπρεπισμού, εγωτικής αυτάρκειας – Κανόνες άσχετοι με το ευαγγέλιο της Εκκλησίας, σχετικοί μάλλον με ακρότητες θρησκευτικού πουριτανισμού» (Χρήστος Γιανναράς, Ενάντια στη Θρησκεία). Για να μπορέσει, όμως, η Εκκλησία να μιλήσει στο σύγχρονο άνθρωπο, για να κηρύξει το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο του σήμερα –και όχι στον αμετάκλητα ξεπερασμένο κόσμο του χθες– είναι πλέον επείγουσα ανάγκη να αρχίσει να συνειδητοποιεί η ίδια η Εκκλησία πως έχει οριστικά παρέλθει η εποχή του Βυζαντίου και ότι είναι δείγμα αναχρονισμού, έλλειψης προφητικού χαρίσματος και φυγή από την ιστορία η προσκόλλησή της σε σχήματα που έχουν ξεπεραστεί απ’ την ίδια την πραγματικότητα (Παντελής Καλαϊτζίδης, «Ο Θεός και ο Καίσαρας»). Η γλώσσα του εκκλησιαστικού παρελθόντος είναι σε αρκετά σημεία ασύμφωνη με τις πιστοποιήσεις της σύγχρονης επιστήμης, ενώ θα πρέπει κάποια στιγμή να παραδεχθούμε ότι η σημερινή εικόνα και αντίληψη που έχουμε για το φυσικό σύμπαν και τον άνθρωπο είναι εντελώς διάφορη σε σχέση με αυτήν που κυριαρχούσε κατά την εποχή των Πατέρων και της ανάπτυξης του χριστιανικού δόγματος. Έχω την εντύπωση πως η κρίση του κορωνοϊού ανέδειξε περαιτέρω την ακόμα εκκρεμή συνάντηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη νεωτερικότητα, την ανάγκη για την υπέρβαση μιας προγενέστερης απατηλής «κανονικότητας» ούτως ώστε το «καινούριο κρασί να μπει σε καινούρια ασκιά» (Λκ. 5:38)για να διατηρηθούν και τα δύο.

Η γλώσσα του εκκλησιαστικού παρελθόντος είναι σε αρκετά σημεία ασύμφωνη με τις πιστοποιήσεις της σύγχρονης επιστήμης, ενώ θα πρέπει κάποια στιγμή να παραδεχθούμε ότι η σημερινή εικόνα και αντίληψη που έχουμε για το φυσικό σύμπαν και τον άνθρωπο είναι εντελώς διάφορη σε σχέση με αυτήν που κυριαρχούσε κατά την εποχή των Πατέρων και της ανάπτυξης του χριστιανικού δόγματος. Έχω την εντύπωση πως η κρίση του κορωνοϊού ανέδειξε περαιτέρω την ακόμα εκκρεμή συνάντηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη νεωτερικότητα, την ανάγκη για την υπέρβαση μιας προγενέστερης απατηλής «κανονικότητας» ούτως ώστε το «καινούριο κρασί να μπει σε καινούρια ασκιά» (Λκ. 5:38) για να διατηρηθούν και τα δύο.

Σίγουρα έχουν γίνει κάποια βήματα προς αυτή την προοπτική, όπως δείχνουν και τα επίσημα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016 αλλά και το κείμενο «Υπέρ της του κόσμου ζωής: Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας». Ωστόσο οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες φαίνονται δέσμιες του εθνοκεντρικού λόγου, νοσταλγώντας μια αντιμοντερνιστική ρομαντική εκδοχή «χριστιανικής κοινωνίας». Η προσκόλληση στο παρελθόν, είτε μέσω της συνεχούς επίκλησης των Πατέρων, είτε μέσω των αναφορών για τη προσφορά στους αγώνες του έθνους, φαντάζει περισσότερο με έκθεμα μουσείου παρά με ζωντανό λόγο που μπορεί να ξεδιψάσει και να νοηματοδοτήσει τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου (Καλαϊτζίδης, «Ο Θεός και ο Καίσαρας»). Σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι πιστοί της βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα, το οποίο έχει αναδείξει η τρέχουσα υγειονομική κρίση. Θα δράσουν με γνώμονα την αγάπη ή το φόβο, με βάση την αυτοσυντήρηση των πεποιθήσεων ή τη γενναιοδωρία και την ευρύτητα του χριστιανικού μηνύματος; Θα ζήσουν εγκλωβισμένοι στις απαρχαιωμένες βεβαιότητες και θα συνεχίσουν σύμφωνα με τις πεπαλαιωμένες συνήθειες για να διατηρήσουν την ατομική τους κατοχύρωση ή θα δράσουν σύμφωνα με το κριτήριο της καινής κτίσης και ζωής, το οποίο συνοδεύεται από αγάπη και καλοσύνη ακόμα και προς αυτούς που διάκεινται εχθρικά απέναντί τους; Η τρέχουσα κρίση που πολλοί την βλέπουν ως απειλή, ενώ οι κάθε λογής συνωμοσιολόγοι την ταυτίζουν με την έλευση μιας νέας παγκόσμιας τάξης ελέγχου, μπορεί να γίνει μια ευκαιρία για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Μια ευκαιρία που θα δώσει νέα πνοή στο λόγο της, ούτως ώστε να αγγίξει τις καρδιές των ανθρώπων αναδεικνύοντας το μήνυμα του Χριστού, που είναι μήνυμα αγάπης, ευσπλαχνίας και ειρήνης.


Ο Γιάννης Καμίνης είναι Δρ. Θεολογίας (Πανεπιστήμιο της Σόφιας «Αγ. Κλήμης της Αχρίδας») και Συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Το εικαστικό θέμα προέρχεται από τον πίνακα του Φλαμανδού ζωγράφου Pieter Bruegel του πρεσβύτερου «Τυφλοί οδηγοί τυφλών».