Ακούστε το άρθρο:
Ευθύς εξ αρχής θα ήθελα να τονίσω το εξής: πιστεύω στον διάλογο μεταξύ θεολογίας και επιστημών του ψυχισμού, οι οποίες έχουν σημειώσει μάλιστα τεράστια πρόοδο τον τελευταίο αιώνα και έχουν φωτίσει πολλές «σκοτεινές» πτυχές του ανθρώπου, όχι μόνο θεωρητικά, αλλά με τρόπο που αποδεικνύεται καθημερινά κλινικά αποτελεσματικός. Η ψυχολογία και δη η ψυχανάλυση, με την οποία ασχολείται το παρόν κείμενο, αποδεικνύει εμπράκτως, σε καθημερινή βάση, τα θεωρητικά της μοντέλα, επί του πεδίου της υγείας και της ασθένειας του ψυχισμού, βοηθώντας χιλιάδες συνανθρώπους μας να πάρουν τον εαυτό τους «στα χέρια τους», όσο το δυνατόν, στην ολότητά του. Να γίνουν, δηλαδή, υποκείμενα της προσωπικής του ιστορίας, να καταστούν, με άλλα λόγια, «γνήσιοι» ηθικοί δρώντες, δηλαδή αυτόνομα άτομα, στο μέτρο του δυνατού της ανθρώπινης συνθήκης. Η θεραπευτική διαδικασία δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να είναι ο ίδιος που επιλέγει προς τα πού θα προσανατολίσει το δυναμικό της φύσης του, την ίδια του την επιθυμία. Αυτό εννοώ με τη φράση «αυτόνομο ηθικό υποκείμενο». Δεν αναφέρομαι σε καμία «εξωπραγματική» ελευθερία από την ευθραυστότητα της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά σε μία λελογισμένη, ανθρώπινη ελευθερία, που σημαίνει να ορίζει κάποιος τον εαυτό του σε σχέση με το παρόν και την πραγματικότητα και όχι να σε ορίζει το «τραύμα», το παρελθόν και η φαντασία. Κάνω λόγο δηλαδή για «αξιοπρέπεια», έτσι όπως κατανοώ προσωπικά την αυτονομία, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τον ατομικισμό ή τον, ηθικώς νοούμενο, εγωισμό. Είμαι, κατά συνέπεια, θερμός υποστηρικτής του διαλόγου της θεολογίας και της ψυχολογίας, ειδικά όσον αφορά την ανθρωπολογία και, κατά προέκταση, την ποιμαντική.
Αν η θεολογία, όπως νομίζω ότι οφείλει, επιθυμεί να συνδιαλέγεται με τον πραγματικό άνθρωπο και όχι με τον άνθρωπο της φαντασίας της ή των φαντασιώσεών της, τότε απλώς δεν μπορεί να αγνοεί τα πορίσματα της επιστήμης και δη των επιστημών του ψυχισμού. Αλλιώς θα αδολεχθεί «υψηγορώντας» μεγαλοφώνως περί «προσώπου», «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση», «αυτεξουσίου» κ.λπ., χωρίς όμως κανένα αντίκρισμα στις πραγματικές ζωές των ζωντανών ανθρώπων με τα πραγματικά προβλήματα. Ναι λοιπόν και πάλι ναι στον διάλογο. Αλλά στον «έντιμο» διάλογο. Διότι ο έντιμος διάλογος προϋποθέτει απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία των επιστημονικών πεδίων. Ούτε η ψυχολογία είναι θεολογία ούτε η θεολογία είναι ψυχολογία. Στην πράξη όμως αυτά συγχέονται και μάλιστα, αρκετοί θεολόγοι και ποιμένες, νιώθουν ανταγωνιστικά προς τη ψυχολογία καθότι θεωρούν ότι «τους παίρνει τη δουλειά», εφόσον η «ψυχή» είναι το δικό τους προνομιακό αντικείμενο ενασχόλησης. Παρατηρείται επομένως το φαιδρό και επικίνδυνο φαινόμενο πνευματικοί να «δαιμονοποιούν» ψυχολογικές παθήσεις ή να κάνουν διαγνώσεις περί «κατάθλιψης», «ναρκισσισμού» και άλλα παρόμοια, χωρίς φυσικά να διαθέτουν καμία ειδίκευση.
Αλλά όπως προανέφερα, ο έντιμος διάλογος προϋποθέτει σεβασμό στην αυτονομία των πεδίων: πρώτα θέτουμε όρια και μετά αναζητούμε κοινά σημεία, συγκλίσεις και περιοχές συνεργασίας. Όσον αφορά το θέμα της θρησκείας, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η θρησκεία και η θρησκευτικότητα ή η πνευματικότητα έχει και ψυχοδυναμική διάσταση. Η ψυχοδυναμική της διάσταση δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική, αλλά είναι και αυτή μία συνιστώσα, η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη. Επομένως ο τρόπος με τον οποίο κάθε άτομο εκφράζει και βιώνει τη θρησκευτικότητά του περιπλέκεται και διαπλέκεται με τις προσωπικές του ανάγκες, οι οποίες σε κάποιον βαθμό είναι ασυνείδητες και το υπόστρωμα του ψυχισμού του. Η ψυχολογία μας έχει μάθει ότι πολλές φορές μπορεί να απευθυνόμαστε στον Θεό Πατέρα, αλλά στην ουσία να μιλάμε στον «μπαμπά» μας ή στη «μαμά» μας, χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε. Μπορεί να νιώθουμε αγάπη ή θυμό για τον Θεό ή την Παναγία ή τους αγίους, αλλά στην πραγματικότητα όλα αυτά τα συναισθήματα να αφορούν τις φιγούρες των «σημαντικών Άλλων», αυτών που σημάδεψαν την ανάπτυξή μας από τα παιδικά μας χρόνια. Ο επιστημονικά ενδεδειγμένος όρος εδώ είναι η «προβολή»: προβάλουμε, ασυνείδητα, στον Θεό χαρακτηριστικά των σημαντικών Άλλων, διαμορφώνουμε μία εικόνα περί Θεού κατ’ απομίμηση των γονεϊκών μας προτύπων. Αυτές τις σημαντικές διακρίσεις μας βοηθάει να κάνουμε η ψυχολογία και αυτό αποτελεί κέρδος για την πνευματική μας ωριμότητα και τη χριστιανική μας αυτοσυνειδησία.
Αν η θεολογία, όπως νομίζω ότι οφείλει, επιθυμεί να συνδιαλέγεται με τον πραγματικό άνθρωπο και όχι με τον άνθρωπο της φαντασίας της ή των φαντασιώσεών της, τότε απλώς δεν μπορεί να αγνοεί τα πορίσματα της επιστήμης και δη των επιστημών του ψυχισμού. Αλλιώς θα αδολεχθεί «υψηγορώντας» μεγαλοφώνως περί «προσώπου», «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση», «αυτεξουσίου» κ.λπ., χωρίς όμως κανένα αντίκρισμα στις πραγματικές ζωές των ζωντανών ανθρώπων με τα πραγματικά προβλήματα.
Οι έννοιες του «ψευδούς» και του «αληθούς» εαυτού, τις οποίες καθιέρωσε ο μεγάλος παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald W. Winnicott τη δεκαετία του 1950, αποτελούν εξαιρετικά χρήσιμα θεωρητικά εργαλεία για το θέμα μας, ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με τη θεολογική ανθρωπολογία, επ’ ωφελεία και των δύο κλάδων, στην υπηρεσία της εντελέστερης και αποτελεσματικότερης διακονίας του ανθρώπου. Το επαναλαμβάνω, με τον κίνδυνο να κουράσω: του πραγματικού ανθρώπου, όχι του ανθρώπου των θεωριών και των φαντασιώσεών μας. Εξ άλλου ο ίδιος ο Winnicott «κάκιζε» τους φιλοσόφους –το ίδιο κατά τη γνώμη μπορεί να ισχύει και για τους θεολόγους- οι οποίοι από την άνεση του καναπέ μιλούσαν για τον άνθρωπο και τους προσκαλούσε να σηκωθούν από τον καναπέ και να κατέβουν στο πάτωμα, να παίξουν με ένα μικρό παιδί, να το παρατηρήσουν, να μιλήσουν μαζί του και μετά να αρχίσουν τις θεωρίες. Αν και κάπως δηκτικό το σχόλιο είναι εξόχως σημαντικό: ανθρωπολογία που δεν είναι επιστημονικά ενημερωμένη κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε αερολογία.
Ας βάλουμε λοιπόν και εμείς στο παρόν κείμενο ένα πλαίσιο για το θέμα μας. Το πλαίσιο της πραγματικής ζωής. Θα αναφέρω μόνο μία από τις πολλές περιπτώσεις που γνωρίζω: «Είναι αμαρτία να λέει ο χριστιανός “όχι”», με είχε ρωτήσει ένας φίλος και λίγο παρακάτω στη συζήτηση συνέχισε λέγοντας πως όταν κάνει κάτι που τον ευχαριστεί νιώθει ενοχές, πολλώ δε μάλλον αν εντοπίσει μέσα του «αντιδράσεις» ή «τσινίσματα» για αυτά που του λέει ο πνευματικός ή «διαφωνίες» όταν διαβάζει κάποια «πνευματικά» βιβλία. Ο περί ου ο λόγος κύριος, τον οποίο θεωρώ τυπικό παράδειγμα, επομένως η ιστορία του αφορά πολλούς, προσπαθεί ή, μάλλον, μοχθεί όσο περισσότερο μπορεί στον πνευματικό του αγώνα, στο να διάγει έναν βίο με συνέπεια προς τις πεποιθήσεις του και στα όσα έχει διδαχθεί εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πάντα κατά την μεγάλη παράδοση των Πατέρων, ιδίως των ασκητών και, εννοείται, κατά συμμόρφωση στον πνευματικό του. Υπάρχει, όμως, ένα «αλλά». Κάποιες φορές νιώθει κάτι σαν «κενό» μέσα του, σαν από όλο αυτό το σύστημα ζωής να «απουσιάζει» ένα κομμάτι ή πολλά κομμάτια του εαυτού του. Μήπως, όμως, ακόμα και αυτές οι σκέψεις συνιστούν «αμαρτία»; Η πνευματική ζωή, η άσκηση, σίγουρα απαιτεί θυσίες και αυταπάρνηση, επομένως, μήπως είναι, αν όχι αμαρτωλό, τουλάχιστον μικροπρεπές και ανάξιο ενός «πνευματικού αγωνιστή» να τον απασχολεί ο «εαυτούλης» του; Αυτούς τους προβληματισμούς ο κύριος του παραδείγματός μας τους συζητούσε συχνά με τον πνευματικό του, ο οποίος συμβουλεύοντάς τον του συνιστούσε και την ανάλογη πνευματική δίαιτα. Πρέπει οι κανόνες, έτσι τον συμβούλευε, να τηρούνται απαρέγκλιτα, εφόσον αποτελούν προστάγματα της Εκκλησίας μας. Επίσης του εφιστούσε συνεχώς την προσοχή κατά του δαίμονα του εγωισμού και της τρυφής και, καταλήγοντας, τον νουθετούσε λέγοντάς του πως το όλο μυστικό της χριστιανικής ζωής έγκειται στο «να αδειάσεις από το εγώ σου για να βρει χώρο ο Χριστός». Εννοείται πως για το «κενό» που βούιζε ενίοτε μέσα του ή για κάποια μίνι καταθλιπτικά επεισόδια δεν έφταιγε ποτέ η πνευματική δίαιτα, αλλά ο «πειραστής» ή ο εγωισμός του ή το γεγονός ότι ακόμα είναι «αρχάριος» στα πνευματικά.
Τα παραπάνω, νομίζω, μας εισάγουν με φυσικό, δηλαδή, απτό και βιωματικό, τρόπο στο θέμα μας. Τι είναι, λοιπόν, και πώς ορίζεται, ο «ψευδής» -κατ’ αντιδιαστολή με τον «αληθή»- εαυτό κατά τον Winnicott; Καταρχάς για τον Άγγλο ψυχοθεραπευτή ο «ψευδής» εαυτός συγκροτεί ένα «φάσμα», που εκκινεί από το υγιές άκρο και καταλήγει στο νοσηρό. Επομένως όλοι μας λίγο πολύ έχουμε τέτοια στοιχεία ψευδούς εαυτού, χωρίς κατ’ ανάγκη να συνιστά αυτό παθολογία. Παθολογία έχουμε όταν ο βίος γίνεται αβίωτος, όταν το «κενό», για το οποίο κάναμε λόγο ανωτέρω, χάσκει πλέον αβυσσαλέα, όταν έχουμε μία αίσθηση ότι δεν ζούμε «πραγματικά». Ναι μεν υπάρχουμε, αλλά δεν υπάρχουμε πραγματικά. Ζούμε εις βάρος ή αγνοώντας παντελώς ολόκληρα κομμάτια της εσωτερικής μας επικράτειας ή του ψυχοσωματικού εαυτού μας, στο σύνολό του. Δηλαδή, «δεν είμαστε πραγματικά εμείς». Κατά κάποιο τρόπο η ζωή μας «ξεφτίζει», μοιάζει «κάλπικη», ψεύτικη. Βιώνουμε μία απώλεια νοήματος, δεν ζούμε «εντός» της πραγματικότητας, αλλά «επιπλέουμε» σε αυτήν. Τότε μπορούμε να μιλάμε κατά κυριολεξία για «ψευδή εαυτό», ως κλινική κατάσταση που χρήζει θεραπείας. Αν επιθυμούσαμε να αποκαλέσουμε αλλιώς τον ψευδή εαυτό θα τον ονομάζαμε «ο συμμορφωμένος εαυτός» ή ο «προσαρμοσμένος», αυτός που λέει πάντα «ναι», σκύβοντας το κεφάλι σε ένδειξη υπακοής και συγκατάθεσης. Τέλος ο ψευδής εαυτός έχει την τάση να «ενοικεί» στον νου, διάγοντας μία «εγκεφαλική» ζωή, αποκομμένη από το «ψυχό-σωμα», όπως το αποκαλεί ο Winnicott. Είναι ένας εαυτός-δραπέτης από την ψυχοσωματική ολότητα του ανθρώπου και τις ανάγκες της.
Πώς δημιουργείται ο «ψευδής εαυτός»; Πρόκειται για έναν αμυντικό μηχανισμό που διαμορφώνεται από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. Το βρέφος έρχεται στη ζωή ως ένα απόλυτα εξαρτημένο ον από τους φροντιστές του. Στην αρχή της ζωής δεν μπορούμε καν να μιλήσουμε για «βρέφος», ως αυτόνομη μονάδα. Το βρέφος δεν έχει συναίσθηση των ορίων του εαυτού του, ζει σε μία κατάσταση συγχώνευσης με τον φροντιστή του, σαν το ζεύγος φροντιστής-ζεύγος να αποτελεί ένα συγκύτιο χωρίς σαφώς προσδιορισμένα όρια. Το βρέφος είναι «μη-απαρτιωμένο», αλλά με ένα δυναμικό απαρτίωσης, ένα δυναμικό αυτονόμησης και εξατομίκευσης. Ας κάνουμε εδώ μία παρένθεση: η λέξη «άτομο» έχει αρκετές φορές κακολογηθεί από τη θεολογία ως αντιθετική προς το πρόσωπο, ταυτιζόμενη με τον ατομικισμό. Έτσι ο όρος «άτομο» μεταποιείται σε ηθική κατηγορία. Αλλά οι όροι «άτομο» και το ομόρριζο «εξατομίκευση», όπως και ο όρος «αυτονομία», όχι μόνο δεν συνιστούν ηθικές απαξίες, αλλά, τουναντίον, αναπτυξιακά αιτήματα, από τα οποία κρίνεται η υγεία και η νοσηρότητα του ανθρώπου.
Καταρχάς για τον Άγγλο ψυχοθεραπευτή ο «ψευδής» εαυτός συγκροτεί ένα «φάσμα», που εκκινεί από το υγιές άκρο και καταλήγει στο νοσηρό. Επομένως όλοι μας λίγο πολύ έχουμε τέτοια στοιχεία ψευδούς εαυτού, χωρίς κατ’ ανάγκη να συνιστά αυτό παθολογία. Παθολογία έχουμε όταν ο βίος γίνεται αβίωτος, όταν το «κενό», για το οποίο κάναμε λόγο ανωτέρω, χάσκει πλέον αβυσσαλέα, όταν έχουμε μία αίσθηση ότι δεν ζούμε «πραγματικά». Ναι μεν υπάρχουμε, αλλά δεν υπάρχουμε πραγματικά. Ζούμε εις βάρος ή αγνοώντας παντελώς ολόκληρα κομμάτια της εσωτερικής μας επικράτειας ή του ψυχοσωματικού εαυτού μας, στο σύνολό του. Δηλαδή, «δεν είμαστε πραγματικά εμείς».
Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης, μία «αρκετά-καλή-μητέρα» (δεν μιλάμε ποτέ για «τελειότητα»), κατά την ορολογία του Winnicott, προσαρμόζεται στην πραγματικότητα του παιδιού, στις αυθόρμητες αισθητικο-κινητικές του χειρονομίες και τις σωματικές του ανάγκες. Σταδιακά βέβαια η μητέρα, προκειμένου να υποβοηθήσει την αυτονόμηση, παύει να συντονίζεται απολύτως με τις ανάγκες του βρέφους, αλλά στις αρχές αυτός ο απόλυτος –στο μέτρο του εφικτού- συντονισμός είναι ζωτικής σημασίας. Συντονιζόμενος ο φροντιστής με τον βρεφικό αυθορμητισμό παρέχει ένα πλαίσιο ώστε να «ανθίσει» ο «αληθής εαυτός» και το παιδί να αποκτήσει μία βασική εμπιστοσύνη στον κόσμο: ότι ο κόσμος δεν είναι μία αφιλόξενη εξορία, αλλά ένα μέρος που οι ανάγκες του βρίσκουν μία ανταπόκριση. Στην αρχή το βρέφος αδυνατεί να αντέξει τη ματαίωση, εφόσον όμως συγκροτήσει έναν στέρεο πυρήνα αληθούς εαυτού, σταδιακά ικανώνεται να υπομένει και να αντέχει τις ματαιώσεις της πραγματικότητας και να προσαρμόζεται, χωρίς, το τονίζω αυτό, χωρίς να διακυβεύεται ο πυρήνας της αλήθειάς του, ο αληθής εαυτός, που είναι ό,τι ζωτικότερο έχει. Όταν ο πυρήνας αυτός τραυματιστεί βαρέως τα πράγματα γίνονται κρίσιμα μεγαλώνοντας και η αυτοκτονία δεν αποκλείεται. Ο εαυτός είναι ζωτικής σημασίας και όχι μία «πολυτέλεια» την οποία η πνευματική ζωή δεν σηκώνει.
Ο ψευδής εαυτός όντας αμυντικός μηχανισμός έχει μία θετική λειτουργία, λειτουργεί ως περίβλημα προστασίας του ζωτικού πυρήνα, του αληθούς εαυτού, δηλαδή. Προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί και τον ενήλικα μετέπειτα, από ένα περιβάλλον εχθρικό, γεμάτο ματαιώσεις, ένα περιβάλλον αδιάφορο προς τις ανάγκες του ατόμου. Το σκεπτικό πάει κάπως έτσι: «ας συμμορφωθώ τώρα, προκειμένου να μην ματαιωθώ και, ποιος ξέρει, ίσως αργότερα κοιτάξουν και λίγο εμένα και τις ανάγκες μου». Αυτή είναι θα λέγαμε η ασυνείδητη λογική που υποβαστάζει τον ψευδή εαυτό. Με τη συνεχή συμμόρφωση όμως το αμυντικό περίβλημα σκληραίνει και ο αληθής εαυτός θάπτεται όλο και βαθύτερα. Το άτομο βιώνει μία αποσύνδεση από τις ανάγκες του, τις επιθυμίες και το ίδιο του το σώμα. Όπως το περιγράφει αριστουργηματικά ο Winnicott: «Ο Αληθής Εαυτός προέρχεται από τη ζωντάνια των ιστών του σώματος και την ενέργεια των σωματικών λειτουργιών»[1]. Πόσες φορές όμως αυτό το οποίο αποκαλούμε «πνευματική ζωή», κάκιστα εννοούμενη, δεν λειτουργεί εις βάρος του σώματος, των σωματικών αναγκών, των επιθυμιών, του αυθορμητισμού και του εαυτού; Πόσα σώματα άραγε δεν έχουν θυσιαστεί στον βωμό του «πνεύματος»; Αυτό όμως για τον χριστιανισμό, τη θρησκεία της ενσάρκωσης και της ανάστασης του σώματος θα έπρεπε να ήταν αδιανόητο.
Κλείνοντας, ας πάμε πίσω στο παράδειγμά μας. Η απόλυτη συμμόρφωση στους κανόνες και στις επιταγές της Εκκλησίας και του πνευματικού συνήθως επαινείται ως «υπακοή» ή «ταπεινοφροσύνη» ή «αποταγή του εγώ». Με αυτές τις εκφράσεις μεγάλωσαν γενιές και γενιές Ορθόδοξων χριστιανών. Ο πνευματικός του παραδείγματός μας συμβούλευε υπακοή και συμμόρφωση. Μήπως, αναρωτιέμαι, συνεργαζόταν αυτός ο πνευματικός, άθελά του με τον «ψευδή εαυτό» του κυρίου που ανέφερα; Μήπως με τις νουθεσίες και την ποιμαντική του καθοδήγηση συνέπνιγε τον αληθή εαυτό, τον ζωτικό πυρήνα; Μπορεί, άραγε, να πει ο χριστιανός «όχι» ή «διαφωνώ»; Είναι αμαρτία να έχουμε επιθυμίες και ανάγκες; Είναι κακό να έχουμε εαυτό; Πολλάκις ακούμε ότι όταν οι Πατέρες μιλάνε για εγωισμό δεν εννοούν την εξάλειψη του εγώ. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι μάλλον πιο περίπλοκα και πολύπλοκα και δεν ταιριάζουν σε ωραιοποιήσεις. Αν ο Χριστός, όμως, είναι η Αλήθεια και αν είναι η Εικόνα του ανθρώπου στην πλήρη ανθρωπιά του, τότε νομίζω πως ο ψευδής εαυτός δεν είναι μόνο ψυχολογικό, αλλά και θεολογικό πρόβλημα.
[1] Donald W. Winnicott, «Παραμόρφωση του εγώ από την άποψη του Αληθούς και του Ψευδούς Εαυτού», 210-229, στο Διαδικασίες Ωρίμανσης και Διευκολυντικό Περιβάλλον, Μελέτες για τη Θεωρία της Συναισθηματικής Ανάπτυξης, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2023, σ.223.