ΙΕΡΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΕΝΟΙ ΤΟΠΟΙ: ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ, ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

ΙΕΡΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΕΝΟΙ ΤΟΠΟΙ: ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ, ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Ιεροποιημένα έθνη και καθαγιασμένοι τόποι: εσχατολογία, εθνοφυλετισμός και γεωπολιτική, με αφορμή την πρόσφατη «Διακήρυξη» των ορθοδόξων θεολόγων

Μια διακήρυξη δημοσιευμένη στις 13 Μαρτίου και υπογεγραμμένη από τους πιο επιφανείς ορθόδοξους θεολόγους του κόσμου καταδικάζει ως αιρετική τη διδασκαλία του Πατριαρχείου Μόσχας περί «Ρωσικού κόσμου» [Russkiy Mir], ένα ιδεολογικό όχημα έκφρασης ενός συγκεκριμένου τύπου ρωσικότητας.

Η ημερομηνία αυτή συμπίπτει φέτος με την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η οποία έχει επικρατήσει στη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας να αποκαλείται «Κυριακή του θριάμβου της Ορθοδοξίας». Την Κυριακή αυτή όλες οι Εκκλησίες που ακολουθούν τη βυζαντινή παράδοση, είτε αυτές είναι ορθόδοξες είτε καθολικές, εορτάζουν την αναστύλωση των ιερών εικόνων και το τέλος εικονομαχίας. Η εορτή αυτή καθιερώθηκε το 843 ως συνέχεια της οριστικής αποδοχής της διδασκαλίας περί της τιμητικής προσκήνυσης των ιερών εικόνων που επικυρώθηκε από την 7η Οικουμενική Σύνοδο το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η εικονομαχία καταδικάστηκε πλέον ως αίρεση τόσο για την Ορθόδοξη όσο και για την Καθολική Εκκλησία.

Οι κορυφαίοι ορθόδοξοι θεολόγοι που συνέταξαν το κείμενο της διακήρυξης,  καταδικάζουν τη διδασκαλία του «Ρωσικού κόσμου» από το Πατριαρχείο της Μόσχας, υποστηρίζοντας ότι αλλοιώνει την αυθεντική  ταυτότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας και την καθιστά «εθνο-φυλετική», αφού την απομμακρύνει από την έννοια της καθολικότητας που διακηρύχθηκε στο Σύμβολο Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης, το γνωστό μας «Πιστεύω».

Αυτή ακριβώς την Κυριακή, φέτος, στις 13 Μαρτίου, εν μέσω των ιαχών του πολέμου που εξαπέλυσε η Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας -δυο κατά τα άλλα ορθοδόξες στην πλειοψηφία τους χώρες- ένας σημαντικός αριθμός κορυφαίων Ορθοδόξων θεολόγων παγκοσμίου εμβελείας δημοσίευσε μια επίσημη διακήρυξη ενάντια στην ρωσική επιθετικότητα και κυρίως ενάντια στο φιλοσοφικό υπόβαθρο που τη στηρίζει και υποτίθεται ότι της παρέχει ένα προκάλυμμα νομιμοποίησης, με άλλα λόγια την θεωρία περί Ρωσικού κόσμου [Russkiy Mir]. Η θεωρία αυτή επιχειρεί να συναρμόσει το πνευματικό και το εγκόσμιο μέσα σ’ ένα όραμα που γίνεται στις μέρες μας αντιληπτό και διακηρύσσεται ως εσχατολογικό. Ταυτόχρονα λειτουργεί ως βασικό επιχείρημα για τη αιτιολόγηση της εισβολής στην Ουκρανία. Ο Πατριάρχης της Μόσχας Κύριλλος επέλεξε να προσδώσει μια «μεταφυσική διάσταση» στα βίαια και τραγικά αυτά γεγονότα κατά το κήρυγμά του στις 6 Μαρτίου. Ο πρόεδρος Πούτιν, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζεται ως ο υπερασπιστής ενός ζωτικού χώρου ή ενός πολιτισμού που αναπόφευκτα θυμίζει το ζωτικό χώρο του Γερμανικού έθνους, στον οποίο έκανε επίκληση ο Αδολφος Χιτλερ στο Ο Αγών μου.

Οι κορυφαίοι ορθόδοξοι θεολόγοι που συνέταξαν το κείμενο της διακήρυξης,  καταδικάζουν τη διδασκαλία του «Ρωσικού κόσμου» από το Πατριαρχείο της Μόσχας, υποστηρίζοντας ότι αλλοιώνει την πραγματική ταυτότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας και την καθιστά «εθνο-φυλετική», αφού την απομακρύνει από την έννοια της καθολικότητας που διακηρύχθηκε στο Σύμβολο Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης, το γνωστό μας «Πιστεύω»

Εθνική εκκλησία και τοπική Εκκλησία

Με τον τρόπο αυτό εκτυλίσσεται μια διαμάχη, κατά την οποία αντιπαρατίθενται δυο διακριτές εκκλησιολογίες. Από τη μια πλευρά αυτή την ελληνό-λατινικής παράδοσης που βασίζεται στην αρχή της εδαφικότητας και θεωρεί την Εκκλησία αναφορικά με τον τόπο όπου ζει ένα σύνολο πιστών. Αυτή είναι η διδασκαλία των αποστολικών εκκλησιών: της Εκκλησίας της Ρώμης, της αποκαλούμενης και Ρωμαιοκαθολικής, και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τουλάχιστον εκείνης της Κωνσταντινούπολης, και του δικτύου των διάφορων δικαιοδοσιών της. Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται μια διαφορετική αντίληψη της Εκκλησίας που θεμελιώνεται στην εθνική ταυτότητα των μελών της. Η αντίληψη αυτή, περιγράφεται με τον όρο «έθνο-φυλετισμός» είναι ξένη προς την παράδοση της Εκκλησίας. Έχει καταδικαστεί απερίφραστα ως αίρεση από την Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1872, εν μέσω των εθνικιστικών συγκρούσεων της εποχής. Έκτοτε, ο «εθνο-φυλετισμός» θα καταδικαστεί με διάφορες αφορμές πολλές φόρες μέχρι και τη διακήρυξη της 13ης Μαρτίου του 2022 που τον αποκηρύσσει σφόδρα, καταδικάζοντας ως αίρεση την προβολή και την διάδοση του από το Πατριαρχείο της Μόσχας που διαστρεβλώνει την ίδια τη φύση της Εκκλησίας και καθιστά αδύνατη κάθε έννοια ενότητας εντός της. Αν η απαρχή του ομολογιακού κατακερματισμού της Ευρώπης και του Δυτικού κόσμου ευρύτερα ανάγεται στο έτος 1517, ο «εθνο-φυλετισμός» αναδύθηκε στην Ανατολή από το 1872, ως απότοκο των ταυτοτικών διεκδικήσεων των ορθοδόξων Βουλγάρων μέσα το Ρωμαίικο μιλλέτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο κόσμος αυτός της ρωσικότητας έχει ως πολιτικό του κέντρο τη Μόσχα ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει ως πνευματικό του κέντρο την πόλη του Κιέβου, που διατρέχει ο ποταμός Δνείπερος, στα νερά του οποίου δέχτηκαν μαζικά τα σλαβικά φύλα το χριστιανικό βάπτισμα κατά τον 9ο αι., υπό την πίεση του πρίγκιπα Βλαδίμηρου. Η συλλογική αυτή αποδοχή του Χριστιανισμού αποτελεί θεμελιακή πράξη ίδρυσης της ταυτότητας του «Ρωσικού κόσμου» που στις μέρες μας υποτίθεται ότι εξαρτάται αποκλειστικά από τη δικαιοδοσία μίας και μόνο Εκκλησίας, του Πατριαρχείου της Μόσχας.

Παρά τον ιδιαίτερα θεολογικό και δογματικό του τόνο, η διακήρυξης της 13η Μαρτίου 2022 συμβάλλει στην καλύτερη γεωπολιτική κατανόηση του δράματος το οποίο ζούμε. Η θεωρία του «Ρωσικού κόσμου» υποστηρίζει την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου χώρου ως σημείου αναφοράς για τη ρωσικότητα· του χώρου που αποτελείται από τις περιοχές της σημερινής Ρωσίας, Λευκορωσίας και Ουκρανίας καθώς και όλους τους Ρωσόφωνους ή Ρωσικής καταγωγής πληθυσμούς που βρίσκονται διάσπαρτοι ανά τον κόσμο. Θα μπορούσε άραγε να αποτελέσει μια Κοινοπολιτεία της ρωσικότητας με την ίδια λογική που υπάρχει ένα δίκτυο γαλλόφωνων, αραβόφωνων, πορτογαλόφωνων χωρών κτλ.; Όχι ακριβώς, γιατί επιδιώκει να είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ο κόσμος αυτός της ρωσικότητας έχει ως πολιτικό του κέντρο τη Μόσχα ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει ως πνευματικό του κέντρο την πόλη του Κιέβου, που διατρέχει ο ποταμός Δνείπερος, στα νερά του οποίου δέχτηκαν μαζικά τα σλαβικά φύλα το χριστιανικό βάπτισμα κατά τον 9ο αι., κάτω από την πίεση του πρίγκιπα Βλαδίμηρου Η συλλογική αυτή αποδοχή του Χριστιανισμού αποτελεί θεμελιακή πράξη ίδρυσης της ταυτότητας του «Ρωσικού κόσμου» που στις μέρες υποτίθεται ότι εξαρτάται αποκλειστικά από τη δικαιοδοσία μιας και μόνο Εκκλησίας, του Πατριαρχείου της Μόσχας. Ο ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας της Μόσχας Κύριλλος εργάζεται σε πλήρη «συμφωνία» με τον κοινό ηγέτη του έθνους, τον Πούτιν, με σκοπό να ενισχύσουν και εδραιώσουν ηθικά, πολιτισμικά και πνευματικά αυτό το χώρο ξεχωριστού πολιτισμού, απόλυτα διακριτού απ΄ όλους τους άλλους. Με αυτή την έννοια, υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη συνέχεια μεταξύ του εδάφους, της εθνικής ταυτότητας και της αίσθησης του ανήκειν στον ίδιο λαό, την ίδια εκκλησία και της υπαγωγής στην ίδια κοσμική εξουσία. Επιπλέον, ο ρωσικός αυτός κόσμος βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση μ’ έναν εχθρό, την εκκοσμικευμένη Δύση που έχει συνθηκολογήσει με το φιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση, τη χριστιανοφοβία και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.

Γεωπολιτική και εκκλησιολογία

Αυτό ακριβώς είναι το πλαίσιο σκέψης του πολιτικού στοχαστή και θεωρητικού Αλέξανδρου Ντούγκιν που κάποιοι, ενδεχομένως με ιδιαίτερη ευκολία, έχουν ονομάσει «Ρασπούτιν του Πούτιν». Ο Ντούγκιν επισημαίνει την αποτυχία των τριών μεγάλων πολιτικών θεωριών του 20ου αι.: του καπιταλισμού, του κομμουνισμού και του φασισμού. Τι απομένει λοιπόν; Να ανακαλύψουμε μια τέταρτη θεωρία, υποστηρίζει ο Ντούγκιν, που θα έχει τις ρίζες της στις παραδοσιακές πνευματικές αξίες, ούτως ώστε να αντιμετωπίσουμε το μέλλον μ’ ένα τρόπο κατακτητικό. Καλεί σε αντίσταση ενάντια στη δυτική μετα-νεωτερικότητα, ακόμα και με τη βία των όπλων αν χρειαστεί, με σκοπό τη διατήρηση της γεωπολιτικής κυριαρχίας των ευρασιατικών ηπειρωτικών δυνάμεων Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Ινδίας, εγγυητριών της ελευθερίας των λαών του κόσμου. Καρδιά αυτής της Ευρασίας δεν είναι άλλη από το «Ρωσικό κόσμο». H Μόσχα επομένως αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται αυτή η διηπειρωτική έκταση. Απέναντι σ’ αυτή τη μαλθακή και νοσηρή Δύση στέκεται η Τρίτη Ρώμη, απόρθητο φρούριο μιας αλύγιστης παράδοσης, την οποία αντιπροσωπεύει η Αγία Ρωσία και ο λαός της, θεματοφύλακας μιας ορθόδοξης αλήθειας που καθορίζει τη «σωτηρία του όλου ανθρώπου», σύμφωνα με το κήρυγμα του Πατριάρχη Κυρίλλου, την Κυριακή 6 Μαρτίου.

Πίσω απ’ όλες αυτές τις θεωρήσεις, μπορεί να διακρίνει κανείς τη παλιά καλή κομμουνιστή ουτοπία του Μαρξισμού-Λενινισμού, η οποία δεν έχει ακόμα εξαλειφθεί από τη Ρωσία. Το όραμα του Ντούγκιν, του Πούτιν και του Πατριάρχη Κυρίλλου είναι εν τέλει ο σοβιετικός κομμουνισμός επικαλυμμένος μ’ ένα λεπτό βερνίκι βυζαντινής ορθοδοξίας, ξεκάθαρα επιφανειακό, χωρίς καμιά ιδιαίτερη υπόσταση πέρα από τη δύναμη και τη θέληση της πολιτικής εξουσίας.

Μεσσιανισμός και γεωπολιτική

Υπάρχει, πέρα από κάθε αμφιβολία, ένα είδος μεσσιανισμού που αναγνωρίζεται σ’ αυτό τον κόσμο της ρωσικότητας. Μια τέτοια παρόρμηση διατρέχει όλη της χριστιανική ιστορία εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Η πραγματοποίηση της εσχατολογικής ελπίδας εντός της εγκόσμιας πραγματικότητας μέσα από ένα πολιτικό πρόταγμα δεν αποτελεί μια καινοφανή ουτοπία. Δεν πρόκειται πλέον για την ελπίδα μιας Βασιλείας που θα έλθει στο πλήρωμα του χρόνου. Η Βασιλεία βρίσκεται ήδη εδώ, πραγματοποιημένη εκ των προτέρων από την Πολιτεία του Καλού, την κρατική υπόσταση ενός ιερού έθνους εγκατεστημένου σ’ έναν αγιασμένο τόπο. Εντός ενός τέτοιου οράματος, όπως είναι φυσικό, δεν υπάρχει χώρος για υπέρβαση. Τα πάντα είναι εγγενή. Η ιδέα της αιματοχυσίας στο όνομα της Πολιτείας του Καλού από έναν εκλεκτό λαό υπάρχει από τους βιβλικούς χρόνους. Οι μουλάδες της Τεχαράνης διατυπώνουν έναν παρόμοιο λόγο αλλά ο μεσσιανισμός τους είναι περισσότερο αποκαλυπτικός. Το ίδιο ισχύει και για τις αιρέσεις γνωστικιστικών αποχρώσεων. Από την Ανατολή μέχρι τη Δύση, η πραγματοποίηση μια τέτοιας ουτοπίας δεν έπαψε ποτέ να συγκινεί και εγείρει τα πνεύματα. Εκφράζεται μέσα από πολλές μορφές, αλλά το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η ομογενοποίηση της εκλεκτής ομάδας, στην οποία κάθε ξεχωριστή οντότητα οφείλει να υποταχθεί. Η ιδεολογία του «Ρωσικού κόσμου» βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας, τέταρτης πολιτικής θεωρίας του Ντούγκιν.

Σε τελική ανάλυση, πίσω απ’ όλες αυτές τις θεωρήσεις, μπορεί να διακρίνει κανείς τη παλιά καλή κομμουνιστή ουτοπία του Μαρξισμού-Λενινισμού, η οποία δεν έχει ακόμα εξαλειφθεί από τη Ρωσία. Το όραμα του Ντούγκιν, του Πούτιν και του Πατριάρχη Κυρίλλου είναι εν τέλει ο σοβιετικός κομμουνισμός επικαλυμμένος μ’ ένα λεπτό βερνίκι βυζαντινής ορθοδοξίας, ξεκάθαρα επιφανειακό, χωρίς άλλη ιδιαίτερη υπόσταση πέρα από τη δύναμη και τη θέληση της πολιτικής εξουσίας.

Αν θελήσει κανείς να διεισδύσει λίγο βαθύτερα σ’ αυτή την ιδεολογία, θα βρει την παλιά καλή γεωπολιτική θεωρία του Mackinder, η οποία διδάσκει ότι ο γεωγραφικός άξονας της ιστορίας αποτελεί ακριβώς αυτή την ενδοχώρα που αντιστοιχεί στο χώρο του «Ρωσικού κόσμου». Στο βιβλίο του The Geographical Pivot of History, o Mackinder συγκεκριμενοποιεί το περίγραμμα αυτής της ηπειρωτικής ενδοχώρας που προστατεύεται με πάγους στό βορρά και με στέπες και έρημο στο νότο. Και προσθέτει: «Όποιος έχει τον έλεγχο αυτής της ενδοχώρας, έχει τον έλεγχο του κόσμου». Πίσω απ’ όλες αυτές τις σκέψεις βρίσκεται ο απόηχος των αναλύσεων του Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας και του Χάντιγκτον για τη σύγκρουση των πολιτισμών. Η Αγία Ρωσία επομένως θα φέρει εις πέρας την μεσσιανική και εσχατολογική αποστολή της με την βοήθεια της βίας, της οποίας την χρήση δικαιολογεί, όπως εξάλλου έκανε και ο Μαρξ με την αντίληψή του περί επανάστασης.

Αυτό φαίνεται να εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, το νοσηρό πνευματικό πλαίσιο των γεγονότων που διαδραματίζονται στην Ουκρανία.


O Antoine Courban είναι καθηγητής Ανατομίας και Θεωρίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Saint Joseph του Βηρυτού. Είναι επίσης μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου Ανώτατης Εκπαίδευσης του Λιβάνου.

Το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο δημοσιεύτηκε στο γαλλόφωνο ειδησιογραφικό πρακτορείo του Λιβάνου Ici Beyrouth, και μεταφράστηκε στα ελληνικά από το Νίκο Κουρεμένο κατόπιν αδείας του συγγραφέα.

Το εικαστικο απεικονίζει χάρτη της Ρωσικής αυτοκρατορίας του Βρετανού χαρτογράφου John Cary που χρονολογείται στο 1799.